
Η αριστουργηματική γκανγκστερική δημιουργία του Φράνσις Φορντ Κόπολα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάριο Πούζο και με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Αλ Πατσίνο, καθιερώθηκε ως μία από τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών και ως κορυφαίο επίτευγμα της έβδομης τέχνης
Σαν σήμερα, στις 15 Μαρτίου 1972, πραγματοποιήθηκε η παγκόσμια πρεμιέρα της εμβληματικής κινηματογραφικής ταινίας «Ο Νονός» (The Godfather), ενός δραματικού γκανγκστερικού έπους που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μάριο Πούζο και σκηνοθετήθηκε από τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν ακόμη ένας σχετικά νέος δημιουργός στο Χόλιγουντ αλλά με αυτό το έργο καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της εποχής του.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται δύο από τις μεγαλύτερες μορφές της υποκριτικής τέχνης, ο Μάρλον Μπράντο και ο Αλ Πατσίνο, ενώ το καστ συμπληρώνουν οι Τζέιμς Κάαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Νταϊάν Κίτον, Τζον Καζάλ, Τάλια Σάιρ, Ρίτσαρντ Σ. Καστελάνο, Έιμπ Βιγκόντα, Αλ Λετιέρι, Τζιάνι Ρούσο, Στέρλινγκ Χέιντεν, Λένι Μοντάνα, Ρίτσαρντ Κόντε και πολλοί ακόμη ηθοποιοί που συνέβαλαν στην οικοδόμηση ενός από τα πιο ολοκληρωμένα κινηματογραφικά σύνολα στην ιστορία.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Κορλεόνε, μιας ισχυρής μαφιόζικης δυναστείας της Νέας Υόρκης στα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο γηραιός αλλά πανίσχυρος αρχηγός της οικογένειας, Ντον Βίτο Κορλεόνε, τον οποίο ενσάρκωσε με αξεπέραστο τρόπο ο Μάρλον Μπράντο. Παράλληλα, η αφήγηση παρακολουθεί την εντυπωσιακή μεταμόρφωση του νεότερου γιου του, Μάικλ Κορλεόνε, τον οποίο υποδύεται ο Αλ Πατσίνο, από έναν άνθρωπο που θέλει να κρατήσει απόσταση από τις εγκληματικές δραστηριότητες της οικογένειας σε έναν ψυχρό και αποφασιστικό διάδοχο της εξουσίας.
Η ιστορία ξεκινά το 1945, στη διάρκεια του γάμου της Κόνι Κορλεόνε με τον Κάρλο Ρίτσι, όπου ο Ντον Βίτο δέχεται αιτήματα και εξυπηρετήσεις από ανθρώπους που αναζητούν τη βοήθειά του. Εκεί παρουσιάζεται και ο μικρότερος γιος του Μάικλ μαζί με τη σύντροφό του Κέι Άνταμς. Σύντομα η ισορροπία της οικογένειας διαταράσσεται όταν ο έμπορος ναρκωτικών Βίρτζιλ Σολότσο, υποστηριζόμενος από την οικογένεια Τατάλια, ζητά από τον Ντον Βίτο να επενδύσει στο εμπόριο ναρκωτικών και να του προσφέρει πολιτική προστασία. Ο Ντον Βίτο αρνείται, φοβούμενος ότι το νέο αυτό εμπόριο θα θέσει σε κίνδυνο τις πολιτικές σχέσεις της οικογένειας.
Η άρνηση αυτή οδηγεί σε μια αλυσίδα βίαιων συγκρούσεων. Ο Σολότσο επιχειρεί να δολοφονήσει τον Ντον Βίτο και απαγάγει τον Τομ Χάγκεν, τον κονσιλιέρι της οικογένειας. Παράλληλα, ξεσπά ένας σκληρός πόλεμος ανάμεσα στις πέντε μεγάλες οικογένειες της μαφίας της Νέας Υόρκης. Σε αυτή τη σύγκρουση ο Μάικλ Κορλεόνε, παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, οδηγείται σταδιακά στον κόσμο της εγκληματικής εξουσίας. Σε μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές της ταινίας, δολοφονεί τον Σολότσο και τον διεφθαρμένο αστυνομικό καπτεν ΜακΚλάσκι, γεγονός που τον αναγκάζει να διαφύγει στη Σικελία.
Στη διάρκεια της εξορίας του παντρεύεται τη νεαρή Απολλόνια Βιτέλι, η οποία όμως σκοτώνεται από παγιδευμένο αυτοκίνητο που προοριζόταν για τον ίδιο. Η τραγωδία αυτή σηματοδοτεί την οριστική μεταμόρφωση του Μάικλ σε έναν σκληρό και αμείλικτο ηγέτη. Όταν επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνει σταδιακά την ηγεσία της οικογένειας, ιδίως μετά τη δολοφονία του αδελφού του Σάνι Κορλεόνε.

Στο συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας, ενώ ο Μάικλ στέκεται ως νονός στη βάπτιση του παιδιού της αδελφής του, οι άνθρωποί του εκτελούν συντονισμένα τα αφεντικά των αντίπαλων οικογενειών της μαφίας. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζει την απόλυτη κυριαρχία της οικογένειας Κορλεόνε στον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος. Η ταινία ολοκληρώνεται με τη συμβολική σκηνή όπου οι άνδρες της οικογένειας φιλούν το χέρι του Μάικλ αποκαλώντας τον πλέον Ντον Κορλεόνε, ενώ η Κέι Άνταμς παρακολουθεί σιωπηλή την πόρτα του γραφείου να κλείνει μπροστά της, συνειδητοποιώντας ότι ο σύζυγός της έχει μεταμορφωθεί στον νέο Νονό.
«Ο Νονός» σημείωσε τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία. Έλαβε 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ και κατά την 45η τελετή απονομής των βραβείων της Ακαδημίας στις 27 Μαρτίου 1973 κέρδισε τρία, μεταξύ των οποίων το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Μάρλον Μπράντο και το Όσκαρ Καλύτερου Προσαρμοσμένου Σεναρίου για τους Φράνσις Φορντ Κόπολα και Μάριο Πούζο. Επιπλέον απέσπασε πέντε Χρυσές Σφαίρες, μεταξύ των οποίων καλύτερης δραματικής ταινίας και σκηνοθεσίας, καθώς και ένα βραβείο Γκράμι για τη θρυλική μουσική επένδυση του Νίνο Ρότα, της οποίας το βασικό θέμα παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους κινηματογραφικούς ήχους.
Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη της περίφημης τριλογίας, η οποία συνεχίστηκε με το «The Godfather Part II» το 1974 και το «The Godfather Part III» το 1990. Το δεύτερο μέρος θεωρείται επίσης αριστουργηματικό και χάρισε στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του νεαρού Βίτο Κορλεόνε.
Η επιρροή της ταινίας υπήρξε τεράστια. Το 1990 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών χαρακτήρισε τον «Νονό» ως έργο πολιτιστικά, αισθητικά και ιστορικά σημαντικό και τον ενέταξε στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, η ταινία κατέχει μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες στην ιστοσελίδα Internet Movie Database, όπου έχει αξιολογηθεί με 9,2 στα 10 από περίπου 1,9 εκατομμύρια χρήστες.
Από τον «Νονό» προέρχεται επίσης μία από τις πιο διάσημες ατάκες στην ιστορία του κινηματογράφου, όταν ο Ντον Βίτο Κορλεόνε δηλώνει την περίφημη φράση «I’m going to make him an offer he can’t refuse», δηλαδή «Θα του κάνω μια προσφορά που δεν θα μπορεί να αρνηθεί», μια φράση που ψηφίστηκε ως η δεύτερη πιο αξέχαστη στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η συνολική αποτίμηση του έργου είναι συντριπτικά θετική και υπερθετική. «Ο Νονός» δεν είναι απλώς μια γκανγκστερική ταινία, αλλά ένα μεγαλοπρεπές κινηματογραφικό έπος που συνδυάζει την τραγική δομή της κλασικής δραματουργίας με τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Με μοναδική σκηνοθετική δεξιοτεχνία, ανεπανάληπτες ερμηνείες, αριστουργηματική φωτογραφία, υποβλητική μουσική και βαθιά ψυχολογική αφήγηση, η δημιουργία του Φράνσις Φορντ Κόπολα αποτελεί ένα από τα πιο λαμπρά επιτεύγματα στην ιστορία της τέχνης του κινηματογράφου. Ένα πραγματικό κινηματογραφικό μνημείο, το οποίο όχι μόνο καθόρισε το είδος των γκανγκστερικών ταινιών αλλά και ανέδειξε τη δύναμη του σινεμά να αφηγείται με μεγαλοπρέπεια, βάθος και διαχρονικότητα την ιστορία της εξουσίας, της οικογένειας και της ανθρώπινης μοίρας.
Ειρηναίος Μαράκης, για το Viral Greece



