Σαν σήμερα, στις 13 Ιανουαρίου 2018, η ελληνική σάτιρα έχασε τη φωνή που δεν δίστασε ποτέ να τα βάλει με όλους. Ο Τζίμης Πανούσης, ο αιώνιος αντισυμβατικός «Τζιμάκος», έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που μέχρι σήμερα παραμένει αδύνατο να καλυφθεί.
Ο Πανούσης δεν υπήρξε απλώς τραγουδοποιός ή κωμικός. Υπήρξε κοινωνικό φαινόμενο. Δεν χάιδευε αυτιά, δεν αναζητούσε αποδοχή, δεν έκανε εκπτώσεις. Αντίθετα, τραβούσε το κοινό από το μανίκι και το ανάγκαζε να κοιταχτεί στον καθρέφτη – έστω κι αν αυτό πονούσε.
Η σάτιρα ως πράξη αντίστασης
Πολύ πριν η stand-up comedy αποκτήσει ταμπέλα και φόρμα στην Ελλάδα, ο Πανούσης την έκανε πράξη επί σκηνής. Οι παραστάσεις του – με τις «Μουσικές Ταξιαρχίες» αλλά και στη σόλο πορεία του – δεν ήταν απλώς σόου. Ήταν πολιτικά σχόλια, κοινωνικές ακτινογραφίες και επιθέσεις στην υποκρισία της καθημερινότητας.
Δεν σατίριζε μόνο την εξουσία. Στόχος του ήταν ο μέσος πολίτης, ο βολεμένος, ο φανατικός, ο δήθεν ηθικός, ο καλλιτέχνης που συμβιβάστηκε. Η πρόκληση δεν ήταν αυτοσκοπός· ήταν εργαλείο.
Χωρίς «ιερά και όσια»
Ο Τζίμης Πανούσης πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του ανάμεσα σε σκηνές και δικαστήρια. Κατηγορήθηκε για προσβολή συμβόλων, για υπερβολή, για ασέβεια. Δεν υποχώρησε ποτέ. Πίστευε βαθιά πως όταν η σάτιρα μπαίνει σε όρια, χάνει τον λόγο ύπαρξής της και μετατρέπεται σε δημόσιες σχέσεις.
Κι όμως, πίσω από τον αιχμηρό λόγο και την ωμή ειρωνεία, υπήρχε ένας βαθιά ευαίσθητος δημιουργός. Τραγούδια όπως το «Ερωτικό» αποκάλυπταν μια άλλη πλευρά: ποιητική, τρυφερή, ανθρώπινη. Η ευαισθησία του ήταν το αντίβαρο στον κυνισμό του.
Το κενό που παραμένει
Χρόνια μετά τον θάνατό του, η απουσία του μοιάζει πιο ηχηρή από ποτέ. Σε μια εποχή πολιτικής ορθότητας, φόβου παρεξήγησης και περιορισμένης ελευθερίας λόγου, λείπει εκείνη η φωνή που θα έλεγε χωρίς φίλτρα όσα οι υπόλοιποι ψιθυρίζουν.
Ο Τζίμης Πανούσης μας δίδαξε κάτι απλό και σκληρό μαζί:
πως η σάτιρα δεν είναι αστείο πράγμα. Είναι στάση ζωής.
