
Το κουτσομπολιό δεν είναι μια κακή συνήθεια που αποκτήσαμε στην πορεία, αλλά κάτι πολύ παλιότερο και πολύ πιο βαθιά ριζωμένο. Σύμφωνα με τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρόκειται για ένα κατάλοιπο του εξελικτικού μας παρελθόντος, έναν μηχανισμό μέσω του οποίου οι άνθρωποι αντάλλασσαν πληροφορίες, κατανοούσαν τους κανόνες της ομάδας και μάθαιναν ποιος είναι ποιος. «Όλοι κουτσομπολεύουν», σημειώνει ο Frank T. McAndrew, καθηγητής ψυχολογίας στο Knox College του Ιλινόις, υπενθυμίζοντας ότι το να μοιραζόμαστε πληροφορίες είναι απολύτως ανθρώπινο. Το ζήτημα δεν είναι αν κουτσομπολεύουμε, αλλά πώς και μέχρι πού.
Στην καθημερινότητα, το κουτσομπολιό έρχεται σχεδόν ασυνείδητα. Για να σπάσει τη ρουτίνα, να δώσει λίγο «αλάτι» στη συζήτηση, να γεμίσει τα κενά ενός καφέ ή μιας βόλτας. Σήμερα, τα social media λειτουργούν ως ιδανικός επιταχυντής: άπειρες πληροφορίες, διαρκής ροή, δυνατότητα κοινοποίησης σε χρόνο μηδέν και συχνά με την ασφάλεια της ανωνυμίας. Το gossip βρίσκει εκεί το φυσικό του περιβάλλον.
Κι όμως, όσο φυσικό κι αν είναι, κανείς δεν θέλει να τον αποκαλούν κουτσομπόλη. Είμαστε κοινωνικά προγραμματισμένοι να αποστρεφόμαστε την ταμπέλα, παρότι σχεδόν όλοι έχουμε μιλήσει για φίλους, συναδέλφους ή συγγενείς πίσω από την πλάτη τους. Το κουτσομπολιό είναι τόσο συνδεδεμένο με την ανθρώπινη επαφή, ώστε για πολλούς λειτουργεί σχεδόν όπως η αναπνοή: αθόρυβα, συνεχώς, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.

Αρκετοί ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι δεν είναι πάντα αρνητικό. Μπορεί να ενισχύσει κοινωνικούς δεσμούς, να λειτουργήσει ψυχαγωγικά, ακόμη και να μεταδώσει άτυπα γνώση για τους κανόνες μιας ομάδας. Έρευνες δείχνουν ότι η συμμετοχή σε κουτσομπολιό συνδέεται με την απελευθέρωση ωκυτοκίνης, της ορμόνης που σχετίζεται με το δέσιμο και τα θετικά συναισθήματα. Μέσα από ιστορίες, σχόλια και «μυστικά», οι άνθρωποι χτίζουν εμπιστοσύνη, διαμορφώνουν κοινή κατανόηση και, σε πολλές περιπτώσεις, ενισχύουν τη συνοχή μιας παρέας ή ακόμη και ενός εργασιακού χώρου. Το ακίνδυνο κουτσομπολιό μεταξύ συναδέλφων, για παράδειγμα, μπορεί να λειτουργήσει εκτονωτικά και να βελτιώσει το ηθικό της ομάδας.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Το σημείο όπου το κουτσομπολιό μετατρέπεται σε εργαλείο δύναμης, χειραγώγησης ή υποτίμησης των άλλων. Όταν χρησιμοποιείται για εκφοβισμό, για διάδοση παραπληροφόρησης ή για να νιώσει κάποιος ανώτερος μειώνοντας τρίτους, τότε παύει να συνδέει και αρχίζει να διαλύει σχέσεις. Δημιουργεί ψευδαισθήσεις κοινωνικής υπεροχής, καλλιεργεί καχυποψία και συχνά δηλητηριάζει ομάδες, ιδιαίτερα στον εργασιακό χώρο.
Γιατί, λοιπόν, κουτσομπολεύουμε; Επειδή μας προσφέρει μια αίσθηση ισχύος. Η γνώση –ή η ψευδαίσθηση της γνώσης– λειτουργεί καθησυχαστικά και μας δίνει την εντύπωση ότι ελέγχουμε κάτι. Μιλώντας για τις «συμφορές» των άλλων, νιώθουμε προσωρινά καλύτερα για τις δικές μας ζωές. Κι έτσι, το κουτσομπολιό αναπαράγεται, από στόμα σε στόμα, σαν μικρό κοινωνικό νόμισμα.
Όταν όμως βρεθούμε εμείς στο στόχαστρο, τα πράγματα αλλάζουν. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τι λένε οι άλλοι, μπορούμε όμως να ελέγξουμε την αντίδρασή μας. Η ψύχραιμη στάση, η οριοθέτηση και, όπου χρειάζεται, η ευθεία αντιμετώπιση μπορούν να αφαιρέσουν από το κουτσομπολιό τη δύναμή του. Στο τέλος, όσοι έχουν πραγματική σημασία είναι εκείνοι που μπορούν να δουν πέρα από τους ψιθύρους και να μας κρίνουν για αυτό που πραγματικά είμαστε.



