
Σήμερα στις 01:00 στον ΣΚΑΙ
Ένα σκοτεινό ριμέικ με υπογραφή Σκορσέζε
Υπόθεση
Ο δικηγόρος Σαμ Μπάουντεν βλέπει την ήρεμη οικογενειακή του ζωή να διαλύεται όταν ο Μαξ Κέιντι, πρώην πελάτης του που μόλις αποφυλακίστηκε έπειτα από 14 χρόνια, επιστρέφει αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση. Πίσω από την απειλή, όμως, κρύβεται ένα ένοχο μυστικό του ίδιου του Μπάουντεν, που μετατρέπει τη σύγκρουση σε ηθικό εφιάλτη. Καθώς η βία κλιμακώνεται και τα όρια νόμου και δικαιοσύνης θολώνουν, η οικογένεια δοκιμάζεται, η αξιοπρέπεια καταρρέει και η αυτογνωσία έρχεται με τον πιο σκοτεινό και τρομακτικό τρόπο.
Η ταινία
Το Ακρωτήρι του Φόβου (Cape Fear, 1991) είναι αμερικανικό ψυχολογικό θρίλερ σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε, με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Νικ Νόλτε, Τζέσικα Λανγκ και Τζούλιετ Λιούις. Αποτελεί ριμέικ της ομώνυμης ταινίας του 1962, σε σκηνοθεσία Τζέι Λι Τόμσον, με τους Γκρέγκορι Πεκ, Ρόμπερτ Μίτσαμ και Μάρτιν Μπάλσαμ, οι οποίοι εμφανίζονται και στην εκδοχή του 1991 σε μικρούς, υποστηρικτικούς ρόλους, λειτουργώντας ως διακριτικός φόρος τιμής στο πρωτότυπο. Η ταινία σηματοδοτεί την έβδομη συνεργασία του Σκορσέζε με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Το σενάριο υπογράφει ο Γουέσλι Στρικ, βασισμένος στο αρχικό σενάριο του Τζέιμς Γουέμπ, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί διασκευή του μυθιστορήματος The Executioners του John D. MacDonald.
Το Ακρωτήρι του Φόβου τυχε θετικής υποδοχής από κοινό και κριτικούς και γνώρισε σημαντική εμπορική επιτυχία. Ο Ντε Νίρο προτάθηκε για Χρυσή Σφαίρα Α’ Ανδρικού Ρόλου και η Τζούλιετ Λιούις για Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου, ενώ η ταινία απέσπασε και βραβείο Όσκαρ. Στο box office, η ταινία απέφερε 182.291.969 δολάρια παγκοσμίως, με προϋπολογισμό 35 εκατομμυρίων. Στο Rotten Tomatoes συγκεντρώνει ποσοστό 73%, με μέση βαθμολογία 7,06/10, ενώ στο Metacritic βαθμολογείται με 73/100, ενδεικτικό γενικά ευνοϊκών κριτικών.
Αρχικά, τη σκηνοθεσία επρόκειτο να αναλάβει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο οποίος τελικά αποσύρθηκε κρίνοντας το υλικό υπερβολικά βίαιο και προτίμησε να σκηνοθετήσει τη Λίστα του Σίντλερ. Αντιστρόφως, ο Σκορσέζε –που αρχικά προοριζόταν για τη Λίστα του Σίντλερ– κατέληξε στο Cape Fear. Ο Σπίλμπεργκ παρέμεινε παραγωγός μέσω της Amblin Entertainment, ζητώντας ωστόσο να μην αναφέρεται στους τίτλους. Για τον ρόλο του Σαμ Μπόουντεν, ο Σκορσέζε είχε αρχικά στο μυαλό του τον Χάρισον Φορντ. Ο Φορντ, όμως, συμφωνούσε να συμμετάσχει μόνο αν ενσάρκωνε τον Μαξ Κέιντι. Τελικά, ο Νικ Νόλτε –που επιθυμούσε έντονα τον ρόλο– κατάφερε να πείσει τον σκηνοθέτη. Για τον ρόλο της Ντανιέλ Μπόουντεν πέρασαν από οντισιόν, μεταξύ άλλων, η Ντρου Μπάριμορ και η Ρις Γουίδερσπουν ενώ ο Σπίλμπεργκ φέρεται να πρότεινε ακόμη και τον Μπιλ Μάρεϊ για τον ρόλο του Μαξ Κέιντι.

Το φιλμ αντλεί έντονα από το ύφος του Άλφρεντ Χίτσκοκ, τόσο μέσω της χρήσης ασυνήθιστων γωνιών κάμερας, όσο και μέσω του δραματικού φωτισμού και της έντονης κινηματογραφικής φόρμας. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν, η οποία αναπροσαρμόστηκε από την αυθεντική σύνθεση του 1962. Κατά τη γνώμη μας, η πρώτη ταινία Cape Fear (1962), με τον Γκρέγκορι Πεκ και τον Ρόμπερτ Μίτσαμ, παραμένει ανώτερη σε ένταση και καθαρότητα απειλής: πιο λιτή, πιο αγχωτική, πιο ανελέητη. Ωστόσο, το ριμέικ του Σκορσέζε λειτουργεί διαφορετικά ως ένα σκοτεινό, σχεδόν υπερβολικό παιχνίδι της φόρμας και των ερμηνειών. Το παλιό, «βαρύ» στυλ κινηματογράφησης δεν αποτελεί μειονέκτημα. Αντίθετα, μετατρέπει την ταινία σε μια έντονη, βαθιά τρομακτική εμπειρία που παραμένει απολαυστική, έστω και λιγότερο εντυπωσιακή από το πρωτότυπο.



