
Μια απόπειρα προσέγγισης
Μια περίοδος αναγέννησης και αντιφάσεων
Τα τελευταία χρόνια, ο ελληνικός κινηματογράφος φαίνεται να ζει μια περίοδο αναγέννησης, αλλά και έντονων αντιφάσεων. Από τη μια, ταινίες όπως το “Poor Things” του Γιώργου Λάνθιμου σαρώνουν βραβεία στα Όσκαρ και τα μεγάλα φεστιβάλ, φέρνοντας την Ελλάδα στο διεθνές προσκήνιο. Από την άλλη, η εγχώρια βιομηχανία παλεύει με χρόνιες παθογένειες: με ανεπαρκή χρηματοδότηση, με ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια και με μια αγορά που δυσκολεύεται να προσελκύσει το μαζικό κοινό που, με τη σειρά του, έχει αποδείξει ότι αναζητάει τις ελληνικές παραγωγές σε σχέση με εκείνες του Χόλιγουντ. Είναι μια εποχή όπου οι δημιουργοί δείχνουν αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα, αλλά η πολιτεία φαίνεται να υστερεί σε στήριξη. Και, κυρίως, στην διάθεση να στηρίξει τους νέους κινηματογραφιστές. Ας δούμε, λοιπόν, πώς διαμορφώνεται αυτή η εικόνα, βασισμένοι σε συγκεκριμένα παραδείγματα και εξελίξεις από το 2020 και έπειτα.
Ξεκινώντας από τα φωτεινά σημεία, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την εκτόξευση του Γιώργου Λάνθιμου. Το “Poor Things” (2023), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Άλισντερ Γκρέι, κέρδισε τέσσερα Όσκαρ το 2024, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ηθοποιού για την Έμα Στόουν, Σκηνογραφίας, Κοστουμιών και Μακιγιάζ. Η ταινία, γυρισμένη κυρίως στην Ουγγαρία αλλά με ελληνική ψυχή στο DNA της, απέσπασε και τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία, επιβεβαιώνοντας τη διεθνή ακτινοβολία του σκηνοθέτη που ξεκίνησε με τον επιτυχημένο αλλά και αμφιλεγόμενο “Κυνόδοντα” (2009). Αυτή η επιτυχία δεν είναι μεμονωμένη: ο Λάνθιμος έχει φέρει στην Ελλάδα 11 υποψηφιότητες Όσκαρ συνολικά, δείχνοντας πώς ένας δημιουργός μπορεί να ξεπεράσει τα εθνικά όρια. Ωστόσο, με κάποια επιφύλαξη, πρέπει να πούμε ότι τέτοιες παραγωγές στηρίζονται συχνά σε ξένα κεφάλαια και στούντιο, αφήνοντας ερωτήματα για το πόσο “ελληνικές” είναι πραγματικά.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και επιδραστικά πρόσωπα αυτής της περιόδου είναι ο Γιάννης Οικονομίδης, ο Ελληνοκύπριος σκηνοθέτης που από το ντεμπούτο του με το “Σπιρτόκουτο” (2003) έχει χτίσει ένα προσωπικό σύμπαν: σκληρό, γλωσσικά εκρηκτικό, μαύρο χιούμορ, αποδόμηση της μικροαστικής οικογένειας και της νεοελληνικής πραγματικότητας. Οι ταινίες του — από το “Ψυχή στο Στόμα” (2006) και το “Μαχαιροβγάλτης” (2010, ασπρόμαυρο νουάρ με επτά βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας) μέχρι το “Μικρό Ψάρι” (2014) και τη “Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς” (2020)— έχουν γίνει ορόσημα, με ατάκες που έχουν περάσει στη λαϊκή κουλτούρα και κριτική που καυτηριάζει τις παθογένειες της κρίσης, της βίας και της κοινωνικής κατάρρευσης. Πιο πρόσφατα, η “Σπασμένη Φλέβα” (2025), με πρωταγωνιστές Βασίλη Μπισμπίκη, Μαρία Κεχαγιόγλου και Βαγγέλη Μουρίκη, συνεχίζει αυτή την πορεία: ένα αστικό δράμα-γροθιά, με τραγική ένταση και πολιτικοκοινωνική οξύτητα, που προβάλλεται με επιτυχία στις αίθουσες και έχει ενθουσιάσει κριτικούς για την αφηγηματική δύναμη και την ωμή ματιά του. Ο Οικονομίδης δεν κυνηγάει τηνβεύκολη εμπορικότητα, αντίθετα δημιουργεί ταινίες που μιλάνε κατευθείαν στον Έλληνα θεατή, τον προκαλούν να κοιταχτεί στον καθρέφτη και συχνά τον κάνουν να γελάσει πικρά. Η φιλμογραφία του, διαθέσιμη πλέον ολόκληρη σε πλατφόρμες όπως το Cinobo, αποδεικνύει ότι ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά τοπικός, καυστικός και συγκινητικός, χωρίς να χρειάζεται ξένα κεφάλαια ή φεστιβαλική “εξωτική” ματιά.

Πέρα από τον Λάνθιμο και τον Οικονομίδη, μια νέα γενιά σκηνοθετών, η λεγόμενη “millennial spring” όπως την αποκάλεσε η Καθημερινή, φέρνει φρέσκο αέρα και διάθεση για δημιουργία στα κινηματογραφικά μας πράγματα. Ο Γεώργης Γρηγοράκης με το “Digger” (2020) κέρδισε βραβεία στη Βερολινάλε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εξερευνώντας οικολογικά θέματα και την επανεμφάνιση μιας σειράς οικογενειακών συγκρούσεων σε ένα ορεινό χωριό. Η ταινία απέσπασε θετικές κριτικές για την αυθεντική της ματιά, φτάνοντας σε διεθνή φεστιβάλ και πλατφόρμες όπως το Netflix. Παρόμοια, το “Apples” (2020) του Χρήστου Νίκου, με πρωταγωνιστή τον Άρη Σερβετάλη, επιλέχθηκε ως η ελληνική υποψηφιότητα για τα βραβεία Όσκαρ και προβλήθηκε στη Βενετία, μιλώντας για τη μνήμη και την ταυτότητα σε μια πανδημική εποχή, με αποτέλεσμα οι κριτικοί να το χαρακτηρίσουν ως”έξυπνο και στοχαστικό”, με βαθμολογία 75% στο Rotten Tomatoes.

Ακόμα πιο πρόσφατα, το “Μαγνητικά Πεδία” (2021) του Γιώργου Γούση, μια road movie με ελάχιστο προϋπολογισμό, σάρωσε βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποδεικνύοντας ότι η δημιουργικότητα μπορεί να υπερνικήσει οικονομικούς περιορισμούς. Και το “Πίσω από τις Θημωνιές” (2022) της Ασημίνας Προέδρου, που κέρδισε το βραβείο κοινού στο ίδιο φεστιβάλ, αγγίζει θέματα μετανάστευσης και κοινωνικών εντάσεων στα σύνορα, με κριτικές που το επαινούν για την ωμή ρεαλιστική του προσέγγιση. Αυτές οι ταινίες δείχνουν μια τάση προς υβριδικά στυλ, όπου το ντοκιμαντέρ μπλέκεται με τη μυθοπλασία, και θέματα όπως η οικογένεια, η μετανάστευση και οι “άλλοι” της κοινωνίας παίρνουν κεντρική θέση ή, τολμώ να πω, τη θέση που τους αξίζει. Αξίζει να σημειωθεί, ότι είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε γυναίκες σκηνοθέτιδες όπως η Προέδρου, η Σοφία Εξάρχου (“Park”, 2016, αλλά και μεενεότερες δουλειές) ή η Ελίνα Ψύκου να συμβάλλουν σε αυτή την ποικιλία, σπάζοντας το ανδροκρατούμενο παρελθόν. Επίσης, Φεστιβάλ όπως αυτό της Θεσσαλονίκης παραμένουν ζωτικής σημασίας. Το 2025, το Agora Industry απένειμε βραβεία σε ελληνικά projects, ενώ το Φεστιβάλ Δράμας παρουσίασε 146 μικρού μήκους ταινίες, με έμφαση σε νέους δημιουργούς. Επίσης, το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στην Αυστραλία γιόρτασε 30 χρόνια με προβολές κλασικών και νέων ταινιών, δείχνοντας τη διασπορά ως γέφυρα. Και το MUSES Film Awards στη Λιβαδειά, προγραμματισμένο για 2026, τιμά βετεράνους δημιουργούς και παραγωγούς, συνδέοντας το παλιό με το νέο.

Προβλήματα
Ωστόσο, πίσω από την λάμψη και τις προσπάθειες των νέων δημιουργών κρύβονται πολλά και σοβαρά προβλήματα. Η χρηματοδότηση είναι το αδύναμο σημείο: Το cash rebate του 2017 έφερε αύξηση παραγωγών, με 132 διεθνή projects το 2022 και οικονομική απόδοση 4,2 φορές την επένδυση μέχρι 2025. Αλλά το 2024, η κυβέρνηση πάγωσε τις επιστροφές λόγω καθυστερήσεων πληρωμών, προκαλώντας σοβαρή αναστάτωση. Το κίνημα “Visibility Zero” των σκηνοθετών, με διαφήμιση-έκκληση για βοήθεια, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει την πιο υποχρηματοδοτούμενη κινηματογραφική βιομηχανία στην Ευρώπη, με προϋπολογισμό μόλις 5 εκατ. ευρώ ετησίως για εγχώριες παραγωγές. Αυτό οδηγεί σε στασιμότητα των αιτήσεων και σε εξάντληση πόρων, ενώ χώρες όπως η Γαλλία ή η Ισπανία επενδύουν πολλαπλάσια χρήματα.
Στο κοινό, τα πράγματα είναι διφορούμενα. Εμπορικές επιτυχίες όπως το “Υπάρχω” (2023) του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, με πάνω από 800.000 εισιτήρια, ή το “Ευτυχία” (2019) με 600.000, δείχνουν ότι βιογραφίες και δράματα τραβούν θεατές. Ακόμα, πλατφόρμες όπως το Cinobo αποκάλυψαν το 2025 ότι οι Έλληνες προτιμούν εγχώριες σειρές και ταινίες, αλλά η πειρατεία και κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, η πανδημία έπληξαν τα σινεμά. Η αγορά κινηματογράφων αυξήθηκε κατά 16,9% από 2020-2025, αλλά παραμένει μικρή σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Με επιφύλαξη, λοιπόν, αποδεχόμαστε τις προσπάθειες: Οι δημιουργοί, παρά τις δυσκολίες, παράγουν έργα με βάθος και καινοτομία, όπως το “Meat” (2024) του Δημήτρη Νάκου στο Τορόντο ή το “Arcadia” του Γιώργου Ζώη. Αλλά χωρίς σταθερή στήριξη, κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτή την ορμή. Και , πραγματικά, ο ελληνικός κινηματογράφος αξίζει να μην εστιάζει μόνο στο”weird wave” για τους ξένους θεατές αλλά και στη δική μας καθημερινότητα.

Ο Καποδίστριας και ο Άγιος Παΐσιος
Ας θέσουμε ακόμα ένα ερώτημα στο τραπέζι. Εντάσσονται ταινίες όπως ο “Καποδίστριας” (2025) και ο επερχόμενος “Άγιος Παΐσιος” στην περίοδο αναγέννησης του ελληνικού κινηματογράφου; Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Όχι μόνο εντάσσονται αλλά μάλιστα, το κάνουν με τέτοιο τρόπο, που φωτίζει τις αντιφάσεις του σημερινού ελληνικού κινηματογράφου. Οι συγκεκριμένες ταινίες κινούνται ακριβώς στο πλαίσιο που περιέγραψα: τις εμπορικές βιογραφίες που τραβούν μαζικό κοινό, συχνά με έντονο συναισθηματικό φορτίο και εθνικοθρησκευτική χροιά. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία για τον Καποδίστρια, με τις δίκαια αρνητικές κριτικές από τους ειδικούς, γέμισε μετά από καιρό τις αίθουσες και προκάλεσε έντονες συζητήσεις, όπως και η προηγούμενη επιτυχία του “Υπάρχω” (που ξεπέρασε τα 800.000 εισιτήρια) δείχνει ότι υπάρχει κοινό για τέτοια θέματα.
Με επιφύλαξη, λοιπόν, αναγνωρίζουμε ότι αυτές οι ταινίες καλύπτουν ένα πραγματικό κενό: φέρνουν κόσμο στα σινεμά, δημιουργούν συζήτηση, ενισχύουν την εθνική αυτοπεποίθηση σε εποχές αμφισβήτησης. Δεν είναι λίγοι οι θεατές που τις βλέπουν ως μια «ανάσα» σε μια κινηματογραφία που συχνά γίνεται υπερβολικά εσωστρεφής ή ελιτίστικη. Και, όντως, γίνεται. Εδώ , πρέπει να τονιστεί, ότι όταν η ιστορία διαβάζεται μέσα από ένα αποκλειστικά εθνικιστικό ή υπερβολικά θρησκευτικό πρίσμα, χάνει την πολυπλοκότητα της. Το αποτέλεσμα είναι ένας κινηματογράφος που «χαϊδεύει αυτιά» αντί να προκαλεί την κριτική σκέψη, την αμφιβολία και αυτό, σε μια εποχή που χρειαζόμαστε κριτική ματιά στην ταυτότητά μας, ίσως είναι το μεγαλύτερο ρίσκο.
Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την εμπορική τους δύναμη ούτε την ικανότητά τους να συσπειρώνουν κοινό που αλλιώς δεν θα πήγαινε σινεμά. Εντάσσονται πλήρως στο κλίμα που περιέγραψα: ανάμεσα στις διεθνείς λάμψεις και τις εγχώριες δυσκολίες, υπάρχει και αυτό το ρεύμα – λαϊκό, συναισθηματικό, εθνικοθρησκευτικό – που κρατάει ζωντανή μια παράδοση βιογραφικού δράματος. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία: να μην αφήσουμε αυτό το ρεύμα να μονοπωλήσει την αφήγηση της Ιστορίας μας, αλλά να συνυπάρξει με πιο σύνθετες, λιγότερο «παρηγορητικές» ματιές. Μόνο τότε ο ελληνικός κινηματογράφος θα είναι πραγματικά πλούσιος και πολυφωνικός. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να υιοθετηθεί ο ελιτισμός κάποιων άλλων παραγωγών. Το κλασικό και νεότερο γαλλικό σινεμά μπορεί να μας δείξει, ίσως και να μας διδάξει, ότι και μέσα από τα δράματα και μέσα από την κωμωδία, κι όχι τα κακέκτυπα κωμωδίας που βλέπουμε από ελληνικής πλευράς στις οθόνες μας, μπορούν να έχουμε ταινίες για όλους και, κυρίως, για την εποχή μας.



