
Σήμερα στις 22:00 στον ALPHA
Ένα τολμηρό, ειρωνικό πείραμα πάνω στην ελευθερία, το σώμα και την εξουσία
Με το «Poor Things» ο Γιώργος Λάνθιμος παραδίδει ίσως την πιο τολμηρή και συνάμα την πιο γενναιόδωρη ταινία της καριέρας του. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άλιστερ Γκρέι, η ταινία αφηγείται την ιστορία της Μπέλα Μπάξτερ (Έμα Στόουν σε μια ερμηνεία που κόβει την ανάσα), μιας νεαρής γυναίκας που ο εκκεντρικός επιστήμονας Γκόντγουιν (Γουίλεμ Νταφόε) επαναφέρει στη ζωή με τον εγκέφαλο ενός βρέφους. Από εκεί ξεκινά ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ηδονής, εξερεύνησης και ανολοκλήρωτης χειραφέτησης, που κάποιοι αντιμετωπίζουν ως ένα σύγχρονο φεμινιστικό παραμύθι για ενήλικες. Είναι αλήθεια, έτσι;
Θα ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο Λάνθιμος, με τη χαρακτηριστική του ματιά, χτίζει έναν ολόδικό του κόσμο που μοιάζει να έχει βγει από όνειρο (ή εφιάλτη) του 19ου αιώνα, αλλά σχολιάζει με πολύ άμεσο τρόπο τη σύγχρονη εποχή. Σε αυτό το σημείο του λανθιμικού σύμπαντος, που μπολιάζεται από το έργο του Άλιστερ Γκρέι – το οποίο είναι αρκετά πιο καυστικό και αιχμηρό από την κινηματογραφική του απόδοση – ενώ καταλυτικό ρόλο παίζει η φωτογραφία του Ρόμπι Ράιαν και τα σκηνικά και κοστούμια, που είναι πραγματικά αριστουργήματα.

Στο κέντρο της πλοκής βρίσκεται η νεαρή Μπέλα: μια ύπαρξη που ξεκινά με παιδική αθωότητα και απεριόριστη περιέργεια, για να εξελιχθεί σταδιακά σε μια γυναίκα που διεκδικεί το σώμα, τη σεξουαλικότητα, τη γνώση και την ελευθερία της χωρίς ενοχές ή συμβιβασμούς. Η ταινία γιορτάζει την ηδονή ως δύναμη ζωής και μάθησης, σατιρίζει αλύπητα την πατριαρχική καταπίεση και τις κοινωνικές νόρμες, ενώ ταυτόχρονα αποθεώνει την ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει, να ωριμάζει και να ξεπερνά τα όρια που του έχουν επιβληθεί. Η Έμα Στόουν είναι εξαιρετική, ένα θαύμα της φύσης, με την ερμηνεία της να συνδυάζει κωμική αφέλεια, σωματική τόλμη και βαθιά συναισθηματική νοημοσύνη, κερδίζοντας δικαιότατα το Όσκαρ. Ο Λάνθιμος την έχει αναδείξει ως τη μούσα του κινηματογραφικού του έργου και δεν διστάζει. Δίπλα της, ο Μαρκ Ράφαλο, ένας ισάξιος συμπρωταγωνιστής, δίνει μια απολαυστικά ειρωνική ερμηνεία, ίσως στην καλύτερη στιγμή του ως ηθοποιός, ενώ ο έμπειρος Νταφόε προσφέρει μια στιβαρή, γραφική αλλά και μετρημένη παρουσία.
Το «Poor Things» δεν είναι απλώς μια ακόμα ταινία του Λάνθιμου: είναι η στιγμή που ο σκηνοθέτης ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του ιδιόρρυθμου σύμπαντός του σε μεγαλύτερο κοινό, χωρίς να προδώσει ούτε στιγμή το όραμά του. Είναι εκστατικό, ατρόμητο, αισθησιακό, αστείο, βαθύ και – πάνω απ’ όλα – απελευθερωτικό και, ναι, διασκεδαστικό σινεμά. Μια από τις πιο συναρπαστικές κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων ετών, που μένει στο μυαλό και στο σώμα για πολύ καιρό μετά το τέλος. Η αλήθεια είναι ότι το «Poor Things» δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν εύκολο χαρακτηρισμό, ούτε ως «φεμινιστική ταινία» ούτε ως «προπαγανδιστικό woke έργο». Προφανώς, η ταινία έχει μια ξεκάθαρη φεμινιστική αφετηρία, αλλά η ενθουσιώδης υποδοχή της από το κοινό φαίνεται να οφείλεται κυρίως στην πλοκή, στην ατμόσφαιρα και στην πρωτοτυπία της, παρά σε οποιοδήποτε ιδεολογικό φορτίο. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την εκτόξευση του Γιώργου Λάνθιμου. Με τέσσερα Όσκαρ το 2024 (Καλύτερης Ηθοποιού για την Έμα Στόουν, Σκηνογραφίας, Κοστουμιών και Μακιγιάζ) και τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία, η ταινία επιβεβαιώνει τη διεθνή ακτινοβολία ενός σκηνοθέτη που ξεκίνησε με τον αμφιλεγόμενο αλλά επιτυχημένο «Κυνόδοντα» (2009). Το «Poor Things» δείχνει έναν Λάνθιμο πιο ώριμο και συνειδητοποιημένο από ποτέ, μέχρι τουλάχιστον την επόμενη ταινία του.

Σε αυτό το σημείο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι, παρά τις ενθουσιώδεις κριτικές που βιάστηκαν να το παρουσιάσουν ως έργο φεμινιστικής ενδυνάμωσης, η ταινία παραμένει πιο σύνθετη. Η Μπέλα, η πρωταγωνίστρια, βιώνει την προσωπική χειραφέτηση και κοινωνική συνειδητοποίηση, όμως η επιλογή της να αποδεχτεί τελικά τον “God”, τον πατέρα-δημιουργό της, θέτει υπό αμφισβήτηση μια απλοϊκή έως και αφελή φεμινιστική ανάγνωση. Στην πραγματικότητα, η νέα ταυτότητα της ηρωίδας εξακολουθεί να συνδέεται με το πατριαρχικό βλέμμα εκείνου που τη δημιούργησε, γεγονός που αποκαλύπτει την ειρωνική και σατιρική διάθεση του Λάνθιμου απέναντι σε τέτοιες εύκολες ερμηνείες.
Συνολικά, το Poor Things κερδίζει ακριβώς επειδή αρνείται να χωρέσει σε έτοιμα ιδεολογικά καλούπια: πίσω από τη φαινομενική αφήγηση χειραφέτησης, ο Λάνθιμος στήνει ένα ειρωνικό σχόλιο για τα όρια της ελευθερίας όταν αυτή εξακολουθεί να ορίζεται από τον δημιουργό της, αφήνοντας τον θεατή με περισσότερα ερωτήματα παρά βεβαιότητες. Συνεπώς, αποτελεί ένα έργο που έχει κάτι να πει και δεν φοβάται να προκαλέσει σκέψεις και προβληματισμούς. Και αυτό συμβαίνει, όχι επειδή επιδιώκει να πείσει ένα συγκεκριμένο κοινό ή να ενισχύσει μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά γιατί εξερευνά τη σχέση μεταξύ του δημιουργού και του δημιουργήματος, της ελευθερίας και του ελέγχου, της ειραφέτησης και της εξάρτησης. Η ταινία, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια φεμινιστική κατάκτηση, αλλά μια ευφυής, πολυεπίπεδη αφήγηση που προκαλεί τους θεατές να δουν πέρα από τις εύκολες ετικέτες.



