
Η συμφωνία που υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 επιχείρησε να κλείσει θεσμικά τον κύκλο της ένοπλης σύγκρουσης στην Αθήνα, αλλά δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη διολίσθηση προς τον Εμφύλιο
Από τη σύγκρουση του Δεκέμβρη στη διαπραγμάτευση της Βάρκιζας
Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 στην ομώνυμη παραθαλάσσια περιοχή της Αττικής, μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του ΕΑΜ, με στόχο τον θεσμικό τερματισμό των πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων που έμειναν γνωστές ως «Δεκεμβριανά».
Οι συγκρούσεις του Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα συνιστούσαν ουσιαστικά μια μάχη για τον έλεγχο της μετακατοχικής εξουσίας. Από τη μία πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, με καθοριστική στήριξη των βρετανικών δυνάμεων, και από την άλλη το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, με κεντρικό πυρήνα το ΚΚΕ, το οποίο είχε αναδειχθεί σε κυρίαρχη αντιστασιακή δύναμη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η κυβέρνηση, στερούμενη ευρείας δημοκρατικής νομιμοποίησης και επαρκούς στρατιωτικής ισχύος, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την αγγλική υποστήριξη, ενώ το ΕΑΜ διέθετε σημαντική λαϊκή απήχηση και οργανωτική συγκρότηση.
Τα «Δεκεμβριανά» άφησαν πίσω τους περίπου 7.000 νεκρούς μαχητές —230 Βρετανούς, 3.500 κυβερνητικούς και 3.000 εαμικούς— καθώς και απροσδιόριστο αριθμό αμάχων. Στις 11 Ιανουαρίου 1945 υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των βρετανικών δυνάμεων και του ΕΛΑΣ, με πρόβλεψη την εκκένωση της Αττικής και της Θεσσαλονίκης από τις δυνάμεις του τελευταίου.
Οι διαπραγματεύσεις για την τελική συμφωνία ξεκίνησαν στις 2 Φεβρουαρίου 1945, στο εξοχικό του Πέτρου Κανελλόπουλου —γιου του ιδρυτή της τσιμεντοβιομηχανίας ΤΙΤΑΝ, Νικολάου Κανελλόπουλου— στη Βάρκιζα. Πρωθυπουργός ήταν πλέον ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Γεώργιο Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945. Την κυβέρνηση εκπροσώπησαν ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Σοφιανόπουλος, ο υπουργός Εσωτερικών Περικλής Ράλλης και ο υπουργός Γεωργίας Ιωάννης Μακρόπουλος. Από την πλευρά του ΕΑΜ συμμετείχαν ο Γεώργιος Σιάντος, γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, ο Δημήτριος Παρτσαλίδης, γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, και ο Ηλίας Τσιριμώκος, γενικός γραμματέας της ΕΛΔ.
Έπειτα από δεκαήμερες διαβουλεύσεις, η συμφωνία υπεγράφη στις 12 Φεβρουαρίου 1945.
Οι όροι και η εφαρμογή της συμφωνίας
Η Συμφωνία της Βάρκιζας αποτελούνταν από εννέα άρθρα και περιλάμβανε κρίσιμες προβλέψεις για την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας. Μεταξύ άλλων, προέβλεπε τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων σωμάτων της Αντίστασης, την ανασυγκρότηση του Εθνικού Στρατού, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από συνεργάτες των γερμανικών αρχών Κατοχής, την παροχή αμνηστίας για πολιτικά αδικήματα, τη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και την εκλογή Συντακτικής Συνέλευσης για την κατάρτιση νέου Συντάγματος.
Η δημοσίευση του κειμένου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως προσέδωσε στη συμφωνία ισχύ νόμου, ενισχύοντας τη θεσμική της βαρύτητα. Στις 28 Φεβρουαρίου 1945 ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε 100 πυροβόλα, 210 όλμους, 420 πολυβόλα, 1.400 οπλοπολυβόλα, 700 αυτόματα όπλα και περίπου 49.000 τυφέκια και πιστόλια.
Ωστόσο, η συμφωνία δεν έγινε αποδεκτή από όλους. Ο Άρης Βελουχιώτης εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή του, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του ΚΚΕ και επιχείρησε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα, γεγονός που κατέδειξε το βάθος των εσωτερικών ρηγμάτων.
Παρά τη θεσμική της κατοχύρωση, η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν κατόρθωσε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Οι αμοιβαίες παραβιάσεις των όρων της, η όξυνση της πολιτικής πόλωσης και το κλίμα καχυποψίας οδήγησαν σταδιακά σε νέα κλιμάκωση της βίας. Η συμφωνία κατέληξε να θεωρείται γράμμα κενό, ανοίγοντας τον δρόμο για τα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου, που έληξε στις 30 Αυγούστου 1949.



