
Στις 14 Φεβρουαρίου 1929, το Σικάγο γίνεται σκηνικό ενός από τα πιο διαβόητα εγκλήματα της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης. Η «Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου» περνά στην Ιστορία ως το γεγονός που συμβόλισε με τον πιο ωμό τρόπο τους αιματηρούς πολέμους των συμμοριών.
Το πρωί εκείνης της ημέρας, επτά άνδρες που φέρονται να συνδέονταν με τη συμμορία του Bugs Moran εντοπίζονται νεκροί μέσα σε γκαράζ της SMC Cartage Company, στην οδό North Clark. Οι δράστες, σύμφωνα με τις καταγραφές, εμφανίστηκαν μεταμφιεσμένοι – οι δύο ντυμένοι ως αστυνομικοί – δημιουργώντας την εντύπωση μιας τυπικής επιχείρησης ελέγχου.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η σκηνή μετατρέπεται σε μακελειό. Οι ένοπλοι ανοίγουν πυρ με αυτόματα όπλα, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες κάλυκες και επτά νεκρούς. Έξι άνδρες πεθαίνουν επιτόπου, ενώ ο έβδομος υποκύπτει αργότερα στα τραύματα του.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο Bugs Moran, που θεωρούνταν ο βασικός στόχος, δεν βρισκόταν στο σημείο τη στιγμή της επίθεσης, γεγονός που αποδόθηκε σε καθυστέρηση της άφιξής του.
Αν και η κοινή γνώμη στρέφεται σχεδόν άμεσα προς τον Al Capone, τον μεγάλο αντίπαλο του Moran στον χώρο του παράνομου αλκοόλ, οι αρχές δεν καταφέρνουν ποτέ να στοιχειοθετήσουν κατηγορίες. Ο Capone βρισκόταν στη Φλόριντα και διέθετε ισχυρό άλλοθι.
Παρά τις εκτεταμένες έρευνες, η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη. Όπλα που φέρονται να συνδέονταν με το έγκλημα εντοπίστηκαν αργότερα στην κατοχή του Fred “Killer” Burke, ωστόσο ούτε αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε καταδίκες.
Η Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου αποτέλεσε σημείο καμπής για τις αμερικανικές αρχές, εντείνοντας την πίεση για αυστηρότερη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος. Ο Al Capone δεν λογοδότησε ποτέ για το συγκεκριμένο έγκλημα, αλλά λίγα χρόνια αργότερα καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή – μια εξέλιξη που σηματοδότησε την πτώση του.



