
Μικρές γειτονιές με άρωμα χωριού, ιστορία αιώνων και ίχνη που επιμένουν στο χρόνο
Η Αθήνα, παρά την πυκνή πολυκατοικία και την έντονη κίνηση που την χαρακτηρίζουν σήμερα, καταφέρνει να διατηρεί στοιχεία αριστοκρατικού χαρακτήρα, συνδυάζοντας τον σύγχρονο ρυθμό με μια αίσθηση ιστορικότητας και αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Λίγο έξω από το κέντρο, σε περιοχές που μοιάζουν αποκομμένες από τον αστικό θόρυβο, οι γειτονιές εκπέμπουν τη ζεστασιά ενός μικρού χωριού, υπενθυμίζοντας την παλαιά μορφή της πόλης.
Η σύγχρονη μορφή της πρωτεύουσας διαμορφώθηκε κυρίως μεταξύ 1950 και 1970, όταν η μαζική εσωτερική μετανάστευση από την επαρχία προς την Αθήνα προκάλεσε την ανάγκη κατασκευής πολυκατοικιών και νέων συνοικισμών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πολλοί παλαιοί οικισμοί γύρω από την πρωτεύουσα ενσωματώθηκαν στην αστική ανάπτυξη, αλλά η ιστορία τους δεν ξεχάστηκε.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί τα Κούντουρα, ένας παλαιός οικισμός της Μεγαρίδας, που άκμασε πληθυσμιακά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και αποτέλεσε κοιτίδα των μεγαλύτερων οικισμών του Θριάσιου Πεδίου. Εγκαταλείφθηκαν σταδιακά μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους να εγκαθίσταται στη Μάνδρα, στη Μαγούλα, στην Ελευσίνα και στο οροπέδιο της Οινόης. Ο οικισμός βρισκόταν στα ορεινά, βόρεια της Μάνδρας, κτισμένος στα μικρά οροπέδια που σχηματίζονται στις ανατολικές απολήξεις του όρους Πατέρα.
Ιστορικά, τα Κούντουρα κτίστηκαν κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα μ.Χ., ταυτόχρονα με την εγκατάσταση Αρβανιτών στην Αττική και τη Βοιωτία. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Αρβανίτες κτηνοτρόφοι που μετακινούνταν με τα κοπάδια τους μεταξύ του οικισμού και του Θριάσιου Πεδίου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο πληθυσμός αυξήθηκε σε σημείο να εξελιχθούν τα Κούντουρα σε ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της Αττικής, με περισσότερα από 300 σπίτια προς τα τέλη του 18ου αιώνα. Οι Κουντουριώτες συμμετείχαν σε πολλά επαναστατικά κινήματα, όπως ο ΣΤ’ Βενετοτουρκικός πόλεμος, τα Ορλωφικά και η Επανάσταση του 1821, με αποτέλεσμα το χωριό να καταστραφεί δύο φορές, το 1698 και το 1826. Στην Επανάσταση του 1821 ξεχώρισε ο οπλαρχηγός Νικόλαος Ρόκας ή Ζερβονικόλας, που πολέμησε στην Κρήτη.
Στα Κούντουρα οφείλει και το επώνυμό της η σημαντική Υδραίικη οικογένεια Κουντουριώτη. Ο Χατζη-Γεώργιος Ζέρβας, παππούς των Λάζαρου και Γεωργίου Κουντουριώτη, ταξίδεψε στα Κούντουρα και επιστρέφοντας φορούσε την παραδοσιακή στολή των Κουντουριωτών, αποκτώντας το παρατσούκλι “Κουντουριώτης”, που διατηρήθηκε ως επώνυμο στους απογόνους του.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, τα Κούντουρα άρχισαν να ερημώνουν, καθώς οι κάτοικοι μετακινήθηκαν σε πεδινότερες περιοχές, αυξάνοντας τον πληθυσμό των οικισμών του Θριάσιου Πεδίου, Μάνδρας, Μαγούλας, Ελευσίνας και Οινόης. Τις επόμενες δεκαετίες, ο οικισμός εγκαταλείφθηκε εντελώς.
Η περιοχή άρχισε να επανοικίζεται κατά τον 20ό αιώνα, χάρη στην εθνική οδό Αθηνών – Θηβών, και ονομάστηκε Παλαιοκούντουρα ή Παλαιοκούνδουρα, δηλώνοντας τη θέση του παλαιού οικισμού. Σήμερα, στη θέση του εγκαταλελειμμένου χωριού υπάρχουν διάσπαρτοι νεόκτιστοι οικισμοί, όπως ο Άγιος Σωτήρας, το Πανόραμα και το Παλαιοχώρι.
Η ιστορία των Κούντουρων φανερώνει πόσο η Αθήνα, ενώ εξελίχθηκε σε σύγχρονη μητρόπολη, διατήρησε εντός και γύρω της στοιχεία του παρελθόντος, χωριά που χάθηκαν αλλά δεν ξεχάστηκαν, και οικισμούς που σιγά σιγά συγχωνεύτηκαν με την πρωτεύουσα, αφήνοντας πίσω μόνο αναμνήσεις, τοπωνύμια και ιστορική παράδοση που φέρνουν τη μνήμη των αιώνων στην επιφάνεια.



