
Σήμερα στις 00:00 στην ΕΡΤ 1
Μια δραματική κομεντί εποχής για τη γυναικεία χειραφέτηση, την εκπαίδευση και τις αντιφάσεις της Αμερικής του ’50
Η ταινία Το χαμόγελο της Μόνα Λίζα, γνωστή διεθνώς ως Mona Lisa Smile, είναι αμερικανική δραματική κομεντί παραγωγής 2003, σε σκηνοθεσία του Mike Newell. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανίζεται η Julia Roberts, πλαισιωμένη από ένα καστ που περιλαμβάνει τις Kirsten Dunst, Julia Stiles, Maggie Gyllenhaal, Ginnifer Goodwin και Marcia Gay Harden. Ο τίτλος της αντλεί την έμπνευσή του από τον εμβληματικό πίνακα του Leonardo da Vinci, τη Mona Lisa, σύμβολο αινιγματικής έκφρασης και διαχρονικής αναζήτησης ταυτότητας.
Η ιστορία εκτυλίσσεται το 1953, στην αυγή μιας δεκαετίας που σημαδεύεται από τον μακαρθισμό και τις αυστηρές κοινωνικές νόρμες της μεταπολεμικής Αμερικής. Η Κάθριν Αν Γουάτσον, μια φιλελεύθερη καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης, εγκαταλείπει τη ζωή της στην Καλιφόρνια και μετακομίζει στη Νέα Αγγλία για να διδάξει στο περίφημο Wellesley College, ένα ακριβό και συντηρητικό κολέγιο θηλέων στη Μασαχουσέτη. Φτάνει με την πεποίθηση ότι θα βρεθεί ανάμεσα στις πιο λαμπρές και φιλόδοξες φοιτήτριες της χώρας, έτοιμες να κατακτήσουν τον κόσμο. Αντί γι’ αυτό, ανακαλύπτει ένα περιβάλλον που, πίσω από την ακαδημαϊκή του αίγλη, καλλιεργεί ως ύψιστο στόχο τον γάμο και την οικογενειακή αποκατάσταση.

Η Κάθριν επιλέγει να διδάξει μέσα από τη μοντέρνα τέχνη, χρησιμοποιώντας την ως όχημα αμφισβήτησης των στερεοτύπων. Ενθαρρύνει τις μαθήτριές της να σκεφτούν πέρα από τον προκαθορισμένο ρόλο της συζύγου και μητέρας, να διεκδικήσουν καριέρα, αυτονομία και ηγετική παρουσία σε έναν κόσμο που τις θέλει διακοσμητικές. Η στάση της προκαλεί αντιδράσεις από τη διοίκηση του κολεγίου, που της ζητά να περιοριστεί αυστηρά στα διδακτικά της καθήκοντα και να μην «μολύνει» τις φοιτήτριες με φιλελεύθερες ιδέες. Η απειλή της απόλυσης αιωρείται διαρκώς πάνω από το κεφάλι της.
Παρά τις πιέσεις, η Κάθριν επιμένει. Η προσωπική της ζωή περιπλέκεται όταν, ύστερα από μια αποτυχημένη πρόταση γάμου, συνάπτει σχέση με τον καθηγητή ιταλικών Μπιλ Ντάνμπαρ, τον οποίο υποδύεται ο Dominic West. Η σχέση τους συναντά την αποδοκιμασία της επιτροπής του σχολείου και τελικά διαλύεται όταν αποκαλύπτεται η ανειλικρίνειά του, ενισχύοντας το αίσθημα απογοήτευσης της ηρωίδας αλλά και την απόφασή της να παραμείνει πιστή στις αξίες της.
Παράλληλα, η ταινία εστιάζει στις ζωές των φοιτητριών. Η Ελίζαμπεθ «Μπέτι» Γουόρεν, μια δυναμική αλλά βαθιά συντηρητική νεαρή γυναίκα με αυταρχική μητέρα, συγκρούεται σφοδρά με την Κάθριν, μόνο για να βρεθεί αργότερα αντιμέτωπη με την απιστία του συζύγου της και τη διάψευση των προσδοκιών της. Η Κόνστανς «Κόνι» Μπέικερ παλεύει με τις ανασφάλειές της και την ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα από τον έρωτα. Η Τζιζέλ Λέβι, από τις λίγες εβραϊκής καταγωγής φοιτήτριες, υιοθετεί πιο απελευθερωμένη στάση ζωής και αναγνωρίζει νωρίς τη σημασία της Κάθριν ως προτύπου. Η Τζόαν Μπράντγουιν διχάζεται ανάμεσα σε μια υποσχόμενη νομική καριέρα και στην προοπτική του γάμου, προσωποποιώντας το δίλημμα μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών.
Καθώς η χρονιά προχωρά, η αρχική καχυποψία μετατρέπεται σταδιακά σε σεβασμό. Ακόμη και η Μπέτι, που υπήρξε η πιο έντονη επικρίτρια της καθηγήτριας, αναγνωρίζει τη γενναιότητα και την πνευματική της ακεραιότητα. Όταν η Κάθριν αποφασίζει να αποχωρήσει από το κολέγιο έπειτα από έναν μόλις χρόνο, οι φοιτήτριές της τη συνοδεύουν με τα ποδήλατα, σε μια σκηνή που λειτουργεί ως συμβολική πράξη ευγνωμοσύνης και αποδοχής. Η αφήγηση κλείνει με τη φωνή της Μπέτι, που περιγράφει την Κάθριν ως μια εξαιρετική γυναίκα που αναζητά την αλήθεια πέρα από παραδόσεις, ορισμούς και εικόνες.

Εμπορικά, η ταινία γυρίστηκε με προϋπολογισμό 65 εκατομμυρίων δολαρίων και έκανε πρεμιέρα στη δεύτερη θέση του αμερικανικού box office, συγκεντρώνοντας 11,5 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο Σαββατοκύριακο. Οι συνολικές εισπράξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν τα 63,8 εκατομμύρια δολάρια, ενώ διεθνώς προστέθηκαν ακόμη 77,4 εκατομμύρια, οδηγώντας το παγκόσμιο σύνολο στα 141,3 εκατομμύρια δολάρια. Στις διακρίσεις περιλαμβάνεται και υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία τραγουδιού για τον Elton John.
Η ταινία επιχειρεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως κριτική στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό σύστημα της εποχής, ως στοχασμός πάνω στη θέση της γυναίκας και ως μελέτη για τη δύναμη της τέχνης να ανατρέπει κατεστημένες αντιλήψεις. Ωστόσο, για ορισμένους θεατές, η αφήγηση εμφανίζει ακαδημαϊκή ψυχρότητα και σεναριακές ασυνέχειες, με εξελίξεις που μοιάζουν να παρατίθενται χωρίς την αναγκαία ψυχολογική προετοιμασία. Το φιλμ θέτει πολλά ερωτήματα – αν πρόκειται για φεμινιστικό μανιφέστο, για νοσταλγική αναδρομή ή για κοινωνική τοιχογραφία της δεκαετίας του ’50 – και η απάντηση φαίνεται να είναι πως αγγίζει όλα τα παραπάνω, χωρίς πάντως να εμβαθύνει εξίσου σε κάθε άξονα.
Εκεί όπου κερδίζει έδαφος είναι στις ερμηνείες, οι οποίες παραμένουν πειθαρχημένες και ισορροπημένες, καθώς και στη μουσική επένδυση που ανακαλεί την ατμόσφαιρα της εποχής. Πάνω απ’ όλα, η παρουσία της Julia Roberts, με το χαρακτηριστικό, φωτεινό της χαμόγελο, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην ακαδημαϊκή αυστηρότητα και τη συναισθηματική απελευθέρωση που επιδιώκει να εκφράσει η ταινία.



