
Με ομόφωνη απόφαση μετά από 12 γύρους στο Λας Βέγκας, ο «Iron Mike» κατέκτησε και τον τίτλο της WBA, ενισχύοντας την κυριαρχία του στην κορυφή της παγκόσμιας πυγμαχίας
Σαν σήμερα, στις 7 Μαρτίου 1987, ο θρυλικός πυγμάχος Mike Tyson πέτυχε μία από τις σημαντικότερες νίκες της καριέρας του, επικρατώντας του James Smith με ομόφωνη απόφαση μετά από 12 γύρους σε αγώνα που διεξήχθη στο Las Vegas. Η αναμέτρηση είχε ως διακύβευμα τους τίτλους βαρέων βαρών των οργανισμών WBA και WBC και αποτέλεσε κομβικό σημείο στην πορεία του Τάισον προς την απόλυτη κυριαρχία στην κατηγορία.
Ο Τάισον είχε ήδη κατακτήσει τον τίτλο της WBC λίγους μήνες νωρίτερα, όταν νίκησε με νοκ άουτ στον δεύτερο γύρο τον Trevor Berbick, σε ηλικία μόλις 20 ετών, 4 μηνών και 22 ημερών, γεγονός που τον κατέστησε τον νεότερο πρωταθλητή βαρέων βαρών στην ιστορία της πυγμαχίας. Απέναντί του βρέθηκε ο κάτοχος της ζώνης WBA, Τζέιμς «Bonecrusher» Σμιθ, ο οποίος είχε κερδίσει τον τίτλο τέσσερις μήνες νωρίτερα νικώντας με νοκ άουτ τον Tim Witherspoon.
Παρότι ο Σμιθ ήταν ένας από τους λίγους αντιπάλους που άντεξαν και τους 12 γύρους απέναντι στον Τάισον, η εικόνα του αγώνα ήταν ξεκάθαρα υπέρ του νεαρού πρωταθλητή. Ο Σμιθ επέλεξε κυρίως αμυντική τακτική, προσπαθώντας να περιορίσει τα χτυπήματα του Τάισον με συνεχείς λαβές. Ο διαιτητής Mills Lane αφαίρεσε μάλιστα δύο βαθμούς από τον Σμιθ για υπερβολικό κράτημα, στον δεύτερο και στον όγδοο γύρο. Στις βαθμολογικές κάρτες των κριτών ο Τάισον κέρδισε όλους τους γύρους, παίρνοντας τη νίκη με ομόφωνη απόφαση.

Η επικράτηση αυτή του χάρισε και τον τίτλο της WBA, εδραιώνοντας την κυριαρχία του στα βαρέα βάρη και φέρνοντάς τον πιο κοντά στην πλήρη ενοποίηση των τίτλων της κατηγορίας. Την ίδια περίοδο, ο πρωταθλητής της IBF Michael Spinks εγκατέλειψε τη ζώνη του για να υπερασπιστεί τον γραμμικό τίτλο απέναντι στον Gerry Cooney, γεγονός που καθυστέρησε προσωρινά την ανάδειξη αδιαμφισβήτητου πρωταθλητή.
Ο Μάικ Τάισον γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1966 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Με ύψος 1,78 μέτρα και παρατσούκλια όπως «Kid Dynamite» και «Iron Mike», εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο εκρηκτικούς και επιβλητικούς πυγμάχους της ιστορίας. Μεγάλωσε σε φτωχές συνοικίες του Μπρούκλιν και σε νεαρή ηλικία είχε μπλεξίματα με συμμορίες, πριν τεθεί υπό την καθοδήγηση του θρυλικού προπονητή Cus D’Amato, ο οποίος είχε ήδη αναδείξει πρωταθλητές όπως ο Floyd Patterson και ο José Torres.
Ο Τάισον έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο το 1985, σε ηλικία μόλις 18 ετών, όταν νίκησε με νοκ άουτ στον πρώτο γύρο τον Hector Mercedes στη Νέα Υόρκη. Η άνοδός του ήταν καταιγιστική, καθώς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα συγκέντρωσε δεκάδες νίκες και καθιερώθηκε ως η νέα μεγάλη δύναμη της παγκόσμιας πυγμαχίας.
Τον Αύγουστο του 1987 κατέκτησε και τον τίτλο της IBF νικώντας τον Tony Tucker, ολοκληρώνοντας την κυριαρχία του στην κατηγορία βαρέων βαρών. Στη συνέχεια αντιμετώπισε και νίκησε σημαντικούς αντιπάλους, όπως οι Larry Holmes και Michael Spinks, διατηρώντας το αήττητο σερί του μέχρι το 1990.
Τότε γνώρισε την πρώτη ήττα της καριέρας του από τον Buster Douglas, σε έναν αγώνα που θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία των σύγχρονων αθλημάτων. Η καριέρα του σημαδεύτηκε επίσης από έντονες αντιπαραθέσεις και επεισοδιακές στιγμές, με πιο διάσημη τον δεύτερο αγώνα του με τον Evander Holyfield το 1997, όταν δάγκωσε το αυτί του αντιπάλου του κατά τη διάρκεια του αγώνα. Το περιστατικό οδήγησε στην ανάκληση της άδειας πυγμαχίας του για έναν χρόνο από την αθλητική επιτροπή της Νεβάδας και σε πρόστιμο τριών εκατομμυρίων δολαρίων.
Παρά τις αντιφάσεις και τα σκάνδαλα εντός και εκτός ρινγκ, ο Μάικ Τάισον αναγνωρίζεται σήμερα ως ένας από τους σπουδαιότερους πυγμάχους όλων των εποχών. Στην ερασιτεχνική του καριέρα είχε ήδη ξεχωρίσει, κατακτώντας χρυσά μετάλλια στους Junior Ολυμπιακούς Αγώνες το 1981 και το 1982, ενώ κατείχε και το ρεκόρ για το ταχύτερο νοκ άουτ στην ιστορία της διοργάνωσης, μόλις σε οκτώ δευτερόλεπτα.

Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ασχολήθηκε με την τηλεόραση, τον κινηματογράφο και φιλανθρωπικές δραστηριότητες, ενώ το 2011 εντάχθηκε στο Διεθνές Hall of Fame Πυγμαχίας, επιβεβαιώνοντας τη θέση του στο πάνθεον των μεγάλων πρωταθλητών της πυγμαχίας.



