
Η αναχώρηση των πρώτων «τρένων θανάτου» που οδήγησαν δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Εβραίους στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης
Στις 14 Μαρτίου 1943 ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη η διαδικασία μαζικού εκτοπισμού της εβραϊκής κοινότητας της πόλης προς τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. Λίγο πριν από το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας, στις 15 Μαρτίου, αναχώρησε από τον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης ο πρώτος συρμός που μετέφερε Έλληνες Εβραίους με προορισμό το Auschwitz. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε την αρχή μιας από τις πιο τραγικές σελίδες στην ιστορία της πόλης και της Ελλάδας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο πρώτο αυτό δρομολόγιο επιβιβάστηκαν περίπου 2.800 άνθρωποι από τη συνοικία Βαρώνου Χιρς, μια φτωχική περιοχή που βρισκόταν δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό και είχε μετατραπεί από τις κατοχικές αρχές σε γκέτο. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν εργάτες, μικρέμποροι, άνεργοι και μέλη φτωχών οικογενειών της εβραϊκής κοινότητας. Περισσότεροι από τους μισούς ήταν παιδιά και έφηβοι. Οι άνθρωποι αυτοί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, στοιβάχτηκαν σε βαγόνια μεταφοράς ζώων και εμπορευμάτων, χωρίς καμία υποδομή και χωρίς τα στοιχειώδη μέσα επιβίωσης.
Από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο του 1943 συνολικά 19 συρμοί αναχώρησαν από τη Θεσσαλονίκη μεταφέροντας περισσότερους από 45.000 έως 48.000 Ελληνοεβραίους προς τα στρατόπεδα Auschwitz, Birkenau και Bergen-Belsen. Από αυτούς, λιγότεροι από 2.000 κατάφεραν να επιβιώσουν και να επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου.
Η μαρτυρία ενός από τους επιζώντες, του Heinz Kounio, αποτυπώνει με δραματικό τρόπο εκείνες τις στιγμές. Σε ηλικία 87 ετών θυμόταν πως «κάθε φορά που μπαίνω σε ένα τρένο, το κλακ κλακ του βαγονιού πάνω στις ράγες μού θυμίζει πάντα την πρώτη αποστολή. Το μυαλό μου γυρίζει εκεί. Κατευθύνει τη ζωή μας από τότε». Ο Kounio επιβιβάστηκε στο πρώτο τρένο που αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη για το Auschwitz τον Μάρτιο του 1943.
Οι συλλήψεις είχαν ξεκινήσει νωρίς το πρωί στο γκέτο του Βαρώνου Χιρς. «Ξυπνήστε, φεύγετε» φώναζαν οι ένοπλοι της γερμανικής πολιτοφυλακής. Οι διαταγές ήταν σαφείς. Οι άνθρωποι έπρεπε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους παίρνοντας μαζί τους μόνο μια μικρή αποσκευή. Οι περισσότεροι δεν γνώριζαν τον πραγματικό προορισμό τους.
Με το κίτρινο αστέρι στο πέτο, λίγα τρόφιμα και μια αλλαξιά ρούχα, οι εκτοπισμένοι οδηγήθηκαν στα βαγόνια. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν απάνθρωπες. Σε κάθε βαγόνι στοιβάζονταν από 60 έως 80 άτομα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρίσκονταν ανακατεμένοι σε έναν ασφυκτικά κλειστό χώρο, χωρίς δυνατότητα να καθίσουν ή να κινηθούν.
Το ταξίδι προς το Auschwitz διήρκεσε περίπου έξι ημέρες. Την ημέρα η ζέστη μετέτρεπε τα βαγόνια σε φούρνους, ενώ τη νύχτα το κρύο και η υγρασία γίνονταν αφόρητα. Η δίψα και η πείνα κατέβαλαν γρήγορα τους επιβάτες. Πολλοί πέθαναν πριν ακόμη φτάσουν στον προορισμό τους. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής επιτράπηκε μόνο μία φορά στους κρατουμένους να κατέβουν από τα βαγόνια, σε μια ερημική τοποθεσία κοντά στο Βελιγράδι, όπου μπόρεσαν να πιουν νερό από ένα ρυάκι και να πλύνουν τα πρόσωπά τους.
Όταν το τρένο έφτασε στο Auschwitz, οι κρατούμενοι αποβιβάστηκαν μέσα στη νύχτα. Αμέσως ξεκίνησε η διαδικασία επιλογής, η λεγόμενη «selection». Όσοι θεωρούνταν ανίκανοι για εργασία οδηγούνταν κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Οι υπόλοιποι καταγράφονταν και λάμβαναν έναν αριθμό χαραγμένο στο μπράτσο. Ο Heinz Kounio έγινε τότε ο αριθμός 109565. Όπως θυμόταν αργότερα, εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι τελείωσε το ταξίδι, αλλά στην πραγματικότητα μόλις άρχιζε η κόλαση των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Ιδιαίτερα τραγική ήταν η μοίρα των παιδιών που μεταφέρθηκαν με τα τρένα. Η νομικός και ερευνήτρια του Ολοκαυτώματος Stella Salem, κόρη επιζώντα του Auschwitz, αφιέρωσε χρόνια στην έρευνα για τα παιδιά της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα. Όπως διαπίστωσε, πολλά από αυτά δεν εμφανίζονται καν στα επίσημα αρχεία των στρατοπέδων, καθώς τα παιδιά κάτω των 16 ετών οδηγούνταν αμέσως στους θαλάμους αερίων χωρίς να καταγραφούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε από το Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης, την περίοδο 1926 έως 1943 καταγράφηκαν περισσότερες από 20.000 γεννήσεις εβραιόπουλων στην πόλη. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 από αυτά μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα και θανατώθηκαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Μόνο 25 παιδιά που πέρασαν από τα στρατόπεδα επέστρεψαν τελικά στη Θεσσαλονίκη, ενώ περίπου 100 κατάφεραν να επιβιώσουν επειδή κρύφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Η έρευνα έφερε επίσης στο φως συγκλονιστικές λεπτομέρειες για τις τελευταίες εβδομάδες της κοινότητας πριν από τους εκτοπισμούς. Στο Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης καταγράφηκαν περίπου 300 γάμοι λίγο πριν από την αναχώρηση των τρένων. Πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι αν ήταν παντρεμένοι ίσως είχαν καλύτερη μεταχείριση ή μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης.
Το πρώτο «τρένο θανάτου» αναχώρησε με ατμομηχανή που έφερε τα στοιχεία Λβ 964. Χρόνια αργότερα μέλη της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης εντόπισαν την ιστορική αυτή μηχανή μαζί με τέσσερα από τα βαγόνια της στη Δράμα και στην Ορεστιάδα. Η ατμομηχανή, που είχε κατασκευαστεί το 1884, μεταφέρθηκε τελικά πίσω στη Θεσσαλονίκη ως ιστορικό τεκμήριο.
Όπως είχε δηλώσει τότε ο μηχανοδηγός του ΟΣΕ Βασίλης Γεροθανάσης, που συνόδευσε τη μεταφορά της, «είναι μια μηχανή γεμάτη πικρές αναμνήσεις, σκληρές εικόνες που πονούν, πρέπει όμως να συντηρηθεί και να μείνει στην πόλη ως ένα κομμάτι της ιστορίας της».
Χωρίς τη χρήση του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι το ναζιστικό καθεστώς δεν θα μπορούσε να οργανώσει την εκτόπιση και τη μαζική εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων. Για τον λόγο αυτόν, δεκαετίες μετά τον πόλεμο, σιδηροδρομικές εταιρείες χωρών της Ευρώπης, όπως των Κάτω Χωρών και της Γαλλίας, έχουν ζητήσει δημόσια συγγνώμη για τη συμμετοχή τους στη μεταφορά των θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Η αναχώρηση του πρώτου συρμού από τη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 1943 παραμένει ένα από τα πιο τραγικά ορόσημα στην ιστορία της πόλης, καθώς σηματοδότησε την σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωση μιας από τις σημαντικότερες εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης.



