
Ο κορυφαίος Έλληνας ποιητής και νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης, πραγματικό όνομα Οδυσσέας Αλεπουδέλης, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 85 ετών στο διαμέρισμά του στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς. Αφήνει πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά, με σημαντικότερο έργο το «Άξιον Εστί». Ο Ελύτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της γενιάς του τριάντα, διακρινόμενος για την ποίησή του και τη ζωγραφική του, και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης, ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του είχε ιδρύσει εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελουργίας στο Ηράκλειο πριν μεταφέρει την οικογένεια στην Αθήνα το 1914. Ο Οδυσσέας ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στο ιδιωτικό Λύκειο Μακρή, ενώ η ζωή του σημαδεύτηκε νωρίς από την απώλεια της μεγαλύτερης αδελφής του και αργότερα του πατέρα του. Το 1923 ταξίδεψε στο εξωτερικό, γνωρίζοντας προσωπικότητες όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Λωζάνη.
Κατά τα μαθητικά του χρόνια αναπτύσσει τα πρώτα πνευματικά ενδιαφέροντα και γνωρίζει την ποίηση Καβάφη και Καρυωτάκη. Το 1929 έρχεται σε επαφή με τον σουρεαλισμό και αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1930 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συμμετέχει στην Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα, όπου έρχεται σε επαφή με σημαντικούς διανοούμενους.
Το 1935 γνωρίζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που τον επηρεάζει σημαντικά στην ποίηση του, και εντάσσεται στη λογοτεχνική ομάδα των Νέων Γραμμάτων, όπου δημοσιεύεται το πρώτο του δόκιμο ποίημα «Του Αιγαίου» με το ψευδώνυμο Ελύτης. Την ίδια περίοδο γνωρίζει τον Νίκο Γκάτσο και συνεργάζεται με ζωγράφους όπως ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και ο Γιάννης Μόραλης.
Το 1939 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί» και το 1943 τη συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», έργα που συνδυάζουν υπερρεαλιστικές φόρμες με αλληγορική αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Συνεργάζεται με το περιοδικό Τετράδιο και εκδίδει μεταφράσεις και δικά του έργα, όπως το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέχει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, νοσεί από κοιλιακό τύφο και σώζεται από θαύμα. Μετά τον πόλεμο, το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, έρχεται σε επαφή με τη γαλλική πρωτοπορία και γνωρίζει καλλιτέχνες όπως οι Πικάσο, Ματίς και Σαγκάλ. Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα, ενώ το 1959 εκδίδει το κορυφαίο έργο του «Άξιον Εστί», που συνδυάζει ελληνικό μύθο και σύγχρονη γραφή, μελοποιημένο αργότερα από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Το 1979 του απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία για την ποίησή του, που «με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία», ενώ το «Άξιον Εστί» αναγνωρίζεται ως αριστούργημα του 20ού αιώνα. Η τελετή απονομής πραγματοποιείται στη Στοκχόλμη στις 10 Δεκεμβρίου, όπου παραλαμβάνει το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουσταύο, αποκτώντας παγκόσμια φήμη.
Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε από τους τελευταίους εκπροσώπους της γενιάς του τριάντα, συνδυάζοντας ελληνική παράδοση και ευρωπαϊκό μοντερνισμό, και άφησε πίσω του πλούσια εργογραφία σε ποιητικές συλλογές, δοκίμια και μεταφράσεις, ενώ το ψευδώνυμό του Ελύτης αντανακλά την ελληνική σκέψη και την έννοια της ομορφιάς και της ελευθερίας.
Ο θάνατός του στις 18 Μαρτίου 1996 σήμανε το τέλος μιας εποχής για την ελληνική ποίηση, αφήνοντας ως κληρονομιά το ανεξίτηλο φως της λυρικής του γραφής και την καθολική αναγνώριση του έργου του.

Ποιήματα
Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά
Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.
Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα
– Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
– Θόη θόη θμός
– Ἔ; Τί;
– Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
– Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
– Θμὸς θμὸς ἄδυσος
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.
Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ
Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!



