
Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1934, η ελληνική πολιτική ζωή βρισκόταν ξανά σε αναβρασμό. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκονταν, όπως τόσες φορές εκείνη την εποχή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Παναγής Τσαλδάρης. Αφορμή στάθηκε ο νέος εκλογικός νόμος της κυβέρνησης, αλλά και η διαδικασία που θα ακολουθούσε για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η αντιπολίτευση αντέδρασε έντονα απέναντι στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα στην πρόθεση ενοποίησης των εκλογικών σωμάτων των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης και των μουσουλμάνων της Θράκης, καθώς και στις αλλαγές στα όρια του νομού Κιλκίς. Ο Βενιζέλος χαρακτήρισε τον νέο νόμο ως «νόμο μπακλαβαδοποιήσεως», κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιδίωκε να διαμορφώσει ένα εκλογικό σύστημα στα μέτρα της, με στόχο τη μακροχρόνια παραμονή της στην εξουσία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τον Σεπτέμβριο του 1934, ο Βενιζέλος κατέγραψε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά πολιτικά του κείμενα. Δεν επρόκειτο για δημόσιο λόγο ή για κείμενο προορισμένο να δημοσιευθεί άμεσα, αλλά για μια ιδιωτική και ιδιαίτερα ειλικρινή αποτύπωση σκέψεων. Σε αυτό ο Κρητικός πολιτικός δεν σχολιάζει μόνο τη συγκυρία, αλλά προχωρά και σε μια συνολική αποτίμηση του κοινοβουλευτισμού, της λειτουργίας των κομμάτων και της ανάγκης βαθιών θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Ο ίδιος εμφανίζεται βαθιά απογοητευμένος από την πορεία της ελληνικής πολιτικής ζωής. Αναγνωρίζει ότι η προσπάθειά του να οργανώσει την Ελλάδα ως ένα σύγχρονο κράτος, με διοίκηση προσανατολισμένη στο κοινό συμφέρον, αποδείχθηκε πιο αισιόδοξη απ’ όσο επέτρεπαν οι συνθήκες. Καταγγέλλει ανοιχτά τη δημαγωγία, την πίεση που ασκούν επιμέρους εκλογικές ομάδες και τη λογική της κομματικής εκμετάλλευσης του κράτους.
Παράλληλα, ο Βενιζέλος απορρίπτει κατηγορηματικά τη δικτατορία ως λύση. Θεωρεί πως η θεραπεία των αδυναμιών του κοινοβουλευτισμού δεν μπορεί να προέλθει από την εγκατάλειψη των δημοκρατικών αρχών. Αντιθέτως, προτείνει μια αναμόρφωση του πολιτεύματος, με ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά πάντα με δημοκρατική νομιμοποίηση.
Στο πλαίσιο αυτό εισηγείται μια ριζική συνταγματική αλλαγή: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται απευθείας από τον λαό, να έχει θητεία επτά ετών και να διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας σε νόμους της Βουλής. Ταυτόχρονα, οραματίζεται μια κυβέρνηση με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, λιγότερους πολιτικούς υπουργούς και μόνιμους υφυπουργούς ανά κλάδο, με στόχο μια πιο αποτελεσματική και τεχνοκρατική διοίκηση.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η κριτική του προς το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο θεωρεί ότι αντιλαμβανόταν την εξουσία όχι ως μέσο υπηρεσίας του κοινού συμφέροντος, αλλά ως εργαλείο κομματικής ωφέλειας. Για τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν ήταν η δημοκρατία καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τη διαχειρίζονταν τα κόμματα.
Το κείμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή καταγράφει έναν Βενιζέλο πιο άμεσο, αυθόρμητο και απογυμνωμένο από τη ρητορική των επίσημων παρεμβάσεων. Είναι η φωνή ενός πολιτικού που, στα 70 του πλέον χρόνια, βλέπει καθαρά τα αδιέξοδα της εποχής του και αναζητά θεσμικές λύσεις χωρίς να εγκαταλείπει τη δημοκρατική πίστη του.
Στο τέλος αυτών των σκέψεων, ο Βενιζέλος διατυπώνει μια φράση με ιδιαίτερο συμβολισμό: δηλώνει ευτυχής που αποχωρεί από την πολιτική, αφήνοντας στη χώρα ως πολύτιμη κληρονομιά το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ήταν η δική του επιβεβαίωση ότι, παρά τις συγκρούσεις και τις αποτυχίες, πίστευε μέχρι τέλους στην ανάγκη ενός κράτους δικαίου, με θεσμούς που θα μπορούσαν να προστατεύσουν τη δημοκρατία από τις ίδιες τις αδυναμίες της.



