Στις κριτικές ταινιών που θα παρουσιάζουμε, θα καλύπτουμε τόσο νέες κυκλοφορίες, όπως το Scream 7, όσο και παλαιότερες παραγωγές που συνεχίζουν να προκαλούν ενδιαφέρον και συζήτηση, όπως η μεταφορά του It στο σινεμά
Ξεκινώντας το σχόλιο θα έλεγα ότι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση σχετικά με τις ταινίες τρόμου των τελευταίων χρόνων (και ιδιαίτερα των ταινιών τρόμου αμερικάνικης παραγωγής) είναι ότι αδυνατούν να τρομάξουν τον θεατή ή ότι περιορίζονται σε κάποια jumpscares, τα οποία συνήθως δεν προκύπτουν από το σενάριο αλλά από τον τρόπο που αξιοποιούνται η μουσική και η εικόνα. Είναι από τη μία η ανακύκλωση θεμάτων που έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε διάφορες ταινίες, οι οποίες δεν προκαλούν πλέον ενδιαφέρον ή φόβο στον θεατή, και από την άλλη η υπερπαραγωγή των σχετικών ταινιών, που δημιουργεί την εντύπωση πως όλα έχουν ειπωθεί και προβληθεί στην μικρή και μεγάλη οθόνη. Δεν είναι παράλογο να το σκεφτεί κανείς, αν συνυπολογίσουμε ότι ο κινηματογράφος, συνολικά αλλά και στο συγκεκριμένο είδος, έχει διανύσει χιλιόμετρα δημιουργώντας, αναπαράγοντας ή αξιοποιώντας διάφορα θέματα για να μας τρομάξει και να έχει τα αντίστοιχα έσοδα, φτάνοντας πλέον σ’ ένα αδιέξοδο όπου μία ταινία τρόμου για να πετύχει εστιάζει στο στήσιμο και όχι στην υπόθεση.
Ακόμα και στο στήσιμο, ενώ τα μέσα έχουν εξελιχθεί, αυτό που λείπει είναι οι ιδέες – εκείνες οι ιδέες που θα προκαλέσουν μια αληθινή εντύπωση αντί να πεις την κλισέ φράση “πως αυτό το ήξερα, αμέσως το κατάλαβα…”. Φυσικά, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις, καθώς δεν μπορείς πάντα να ξεφεύγεις από τα κλισέ του είδους, εφόσον αυτά αποτελούν το συστατικό του στοιχείο. Σε αυτή την περίπτωση, την ευθύνη για την ορθή ή τη μετρημένη χρήση την αναλαμβάνουν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος.
Αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο χώρος των ταινιών τρόμου σήμερα και το οποίο αντιμετώπισε και η κινηματογραφική μεταφορά του It. Πραγματικά, με το It δεν τρομάζεις: αφενός δεν έχει φτιαχτεί για να τρομάξει (το τι σημαίνει “τρομάζω” είναι σχετικό, ενώ περισσότερο τρομακτικές είναι οι σκηνές με τους περιθωριακούς κινδύνους που προκαλεί το Αυτό παρά το ίδιο) κι αφετέρου η σκηνοθεσία, έχοντας επίγνωση των παραπάνω προβλημάτων, προτίμησε να δημιουργήσει μια ταινία που αποτελεί μία ταινία επιβίωσης και ενηλικίωσης, έναν ύμνο στη φιλία που δεν είναι ιδεατός αλλά συνειδητοποιείται και φυτρώνει μέσα από σκληρές συνθήκες και ιδιαίτερα γεγονότα, εμπεριέχοντας στοιχεία χιούμορ (σε σωστές δόσεις) αλλά και δραματικότητας, αναδεικνύοντας ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι το Αυτό αλλά η ίδια η μίζερη, φοβική, μικροαστική κοινωνία του Ντέρι, που στην αγωνία της να μην κατονομάζει το πρόσωπο του Φόβου, καταλήγει να του δίνει απεριόριστο χώρο στην ανάπτυξη.
Κι ο Φόβος εδώ είναι η ενδοοικογενειακή βία, η επιθυμία της οικογένειας να μιμηθεί το παιδί τα οικογενειακά πρότυπα, το μπούλινγκ, η σεξιστική βία και η αιμομιξία, ο ρατσισμός κάθε είδους και πολλά ακόμα. Αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς, αυτό ακριβώς δεν είναι και το βασικό θέμα του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ, όπου αποτελεί μεταφορά;

Μια πολύ καλή ιστορία
Όπως και στο βιβλίο, έτσι και στην ταινία, το βασικό διακύβευμα είναι η κοινωνική κριτική της λευκής, συντηρητικής Αμερικής μέσα από το πρόσχημα του μεταφυσικού φόβου. Δεν περιμένετε κοινωνικό ή κομμουνιστικό μανιφέστο – αυτά ανήκουν σε άλλα είδη και άλλες κινηματογραφικές λογικές. Αρκεί μία εικόνα, μία φράση, ένας υπαινιγμός για να μπει ο θεατής στο κλίμα και να αντιληφθεί την πραγματικότητα και το βάθος της ταινίας.
Το It έχει σκοπό να μας πει μια ιστορία: ούτε να μας συγκινήσει ούτε να μας διαμορφώσει κοινωνικά, αλλά να μας οδηγήσει σ’ ένα νοσταλγικό ταξίδι μέσα σε μια περιπέτεια όπου είναι πολύ πιθανό να ταυτιστούμε με τους ήρωες. Οι πρωταγωνιστές εκφράζουν τον καθένα έναν τύπο χαρακτήρα ή παράλληλα μία εθνοτική, θρησκευτική ή κοινωνική ομάδα που βρίσκεται στο περιθώριο και την απομόνωση: ο γιος του Ραβίνου, ο νεοφερμένος μαθητής που βρίσκει παρηγοριά στο διάβασμα, ο μικρός Μαύρος που οι γονείς του δολοφονήθηκαν, η κοπέλα που εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ο πατέρας της… Και είναι μια ιστορία πολύ καλά ειπωμένη, η οποία χρησιμοποιεί νοσταλγικά τα ειδικά εφέ και τις στιγμές της ταινίας (π.χ. τη δολοφονία του Τζόρτζι από το Αυτό στην αρχή), δίνοντας την αίσθηση θρίλερ δεκαετίας ’90, χωρίς αφέλεια ή γελοιότητα, παραμένοντας σκοτεινή, με διάφορες αξιοπρεπείς σκηνές αγωνίας.
Συμπερασματικά, είναι μια ταινία που μπορεί να γίνει cult και αξίζει να τη δείτε, αρκεί να μην τη συγκρίνετε με την τηλεοπτική μεταφορά του 1990 και να μην περιμένετε μια καθαρά τρομακτική ταινία· πρόκειται για θρίλερ που αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης και επιβίωσης, με επίγνωση των κλισέ του είδους και αξιοποίηση ειδικών εφέ με νοσταλγική διάθεση. Παρά τα υπαρκτά προβλήματα, οι σκηνές τρόμου δεν είναι όλες ίδιες, όπως δεν είναι όλες οι κωμωδίες κωμικές, και αν τη δει κανείς με προκατειλημμένο βλέμμα ή υψηλές προσδοκίες για υπερ-ταινία τρόμου που θα αφήσει εποχή, το αποτέλεσμα μπορεί να φανεί απογοητευτικό ή να προκαλέσει ειρωνικά σχόλια, όπως διάφοροι το έπραξαν στο σινεμά Ελληνίς στα Χανιά χειροκροτώντας ειρωνικά μετά το τέλος της ταινίας… «Είναι κι αυτή μια… (κριτική) στάσις. Νοιώθεται» για να παραφράσουμε και τον Καβάφη.
Βαθμολογία: 8/10
Σύντομα στην επόμενη «Κριτική»: Θα Σε Σκοτώσουν / They Will Kill You (2026), του Κίριλ Σοκόλοφ
