
Ο εμβληματικός ερμηνευτής που σφράγισε το έργο του Μίκη Θεοδωράκη και μετέφερε την ποίηση των μεγάλων δημιουργών στον λαό, αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι
Σαν σήμερα, στις 7 Απριλίου 2005, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, με μια πορεία που ταυτίστηκε με τις πιο βαθιές εκφράσεις της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Με τη χαρακτηριστική, «δωρική» φωνή του, ο επονομαζόμενος και «σερ» του ελληνικού πενταγράμμου, προσωνύμιο που του είχε αποδώσει ο Δημήτρης Ψαθάς, κατόρθωσε να γεφυρώσει το λαϊκό τραγούδι με την υψηλή ποίηση, καθιστώντας την προσιτή σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Γεννημένος στις 11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι, σε μια φτωχή πολυμελή οικογένεια, ο Μπιθικώτσης μεγάλωσε μέσα στις δυσκολίες του Μεσοπολέμου. Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε ως υδραυλικός, ενώ παράλληλα έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα, μαθαίνοντας κιθάρα και τραγουδώντας σε μικρά στέκια. Καθοριστική υπήρξε η επαφή του, ήδη από τα νεανικά του χρόνια, με κορυφαίες μορφές του ρεμπέτικου, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε υπέρτατη επιρροή, καθώς και οι Μανώλης Χιώτης και Στράτος Παγιουμτζής. Το 1948, σε μια τυχαία αλλά ιστορική συνάντηση στην Κερατέα, γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, σε μια στιγμή που έμελλε να σηματοδοτήσει την πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Μακρόνησο άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια, ενώ μετά την απόλυσή του μπήκε δυναμικά στη δισκογραφία, με πρώτο του έργο «Το Καντήλι τρεμοσβήνει».
Η συνεργασία του με τον Μίκη Θεοδωράκη υπήρξε καθοριστική. Οι ερμηνείες του σε έργα όπως «Επιτάφιος», «Ρωμιοσύνη» και «Άξιον Εστί», σε ποίηση των Γιάννης Ρίτσος και Οδυσσέας Ελύτης, θεωρούνται ιστορικές, καθώς συνέβαλαν αποφασιστικά στη διάδοση της λόγιας ποίησης στο ευρύ κοινό. Μέσα από τη φωνή του, στίχοι υψηλής αισθητικής απέκτησαν λαϊκή απήχηση και διαχρονικότητα. Σημαντικές υπήρξαν και οι συνεργασίες του με άλλους κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Άκης Πάνου, ενώ παράλληλα ανέδειξε και νέες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, όπως η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, οι σχέσεις του με τον Θεοδωράκη δοκιμάστηκαν έντονα και κλονίστηκαν σοβαρά, όταν, στις 13 Ιουλίου 1967, τραγούδησε μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού τον Ύμνο της 21ης Απριλίου στα «Δειλινά» της Γλυφάδας. Ο ίδιος είχε δικαιολογήσει την επιλογή του προς τον συνθέτη, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αντέξει το ενδεχόμενο μιας εξορίας σε μια περίοδο που η ζωή του είχε πλέον σταθεροποιηθεί. Παρά τη βαθιά αυτή ρήξη, οι δύο καλλιτέχνες οδηγήθηκαν τελικά σε συμφιλίωση, η οποία επισφραγίστηκε οριστικά τον Μάρτιο του 2002, στη μεγάλη συναυλία προς τιμήν του Μπιθικώτση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης άφησε πίσω του ένα τεράστιο καλλιτεχνικό έργο, τόσο ως ερμηνευτής όσο και ως δημιουργός, με τραγούδια που αγαπήθηκαν ευρέως και παραμένουν ζωντανά μέχρι σήμερα. Τον Ιανουάριο του 2003 τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, ως αναγνώριση της προσφοράς του στον ελληνικό πολιτισμό. Ο θάνατός του, ύστερα από πολύμηνη νοσηλεία, σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για το ελληνικό τραγούδι. Η φωνή του, ωστόσο, εξακολουθεί να συνοδεύει τις μνήμες και τα βιώματα του ελληνικού λαού, διατηρώντας αλώβητη τη συγκίνηση και τη δύναμη της λαϊκής έκφρασης.


