
Σαν σήμερα, 20 Απριλίου 1913, γεννιέται στη Ζάτουνα Γορτυνίας ο Μίμης Φωτόπουλος, μία από τις πλέον χαρακτηριστικές και πολυσχιδείς μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ο κατά κόσμον Δημήτρης Φωτόπουλος θα εξελιχθεί σε έναν ηθοποιό με έντονο λαϊκό αποτύπωμα, συνδυάζοντας το κωμικό στοιχείο με μια βαθύτερη θεατρική παιδεία και μια έντονη καλλιτεχνική ευαισθησία.
Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, καθώς έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα, γεγονός που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του. Παρά την αρχική του πορεία προς τις πανεπιστημιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο στο δεύτερο έτος, καθώς η έλξη του προς την τέχνη αποδείχθηκε ισχυρότερη. Η επιλογή του να στραφεί στο θέατρο τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του τότε Βασιλικού Θεάτρου, ανοίγοντας τον δρόμο για μια μακρά και παραγωγική πορεία.
Η πρώτη του θεατρική εμφάνιση καταγράφεται το 1932, σε ηλικία μόλις 19 ετών, στην «Λοκαντιέρα» με τον θίασο Κουνελάκη. Σύντομα ακολούθησαν περιοδείες με θιάσους της εποχής, μέσα από τις οποίες απέκτησε εμπειρία και αναγνωρισιμότητα. Πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχε και σε βαριετέ και επιθεωρήσεις, διαμορφώνοντας το ιδιαίτερο ύφος του, που συνδύαζε αυτοσχεδιασμό, λαϊκότητα και θεατρική ακρίβεια.
Κατά την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, ενώ η μετέπειτα εμπλοκή του στα Δεκεμβριανά τον οδήγησε στη σύλληψη από βρετανικές δυνάμεις και στον εκτοπισμό του στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα. Η επιστροφή του στην Ελλάδα το 1945 σηματοδότησε και την επανεκκίνηση της καλλιτεχνικής του πορείας.
Στο θέατρο συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και κορυφαίους δημιουργούς της εποχής, συμμετέχοντας σε εμβληματικές παραστάσεις έργων του Τσέχοφ, του Ίψεν και του Σαίξπηρ, ενώ συνεργάστηκε και με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Το 1952 ίδρυσε δικό του θίασο, με τον οποίο περιόδευσε εκτός Ελλάδας, φτάνοντας μέχρι την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από τη δεκαετία του 1960 ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το καλλιτεχνικό του πεδίο. Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση σημειώθηκε το 1984, σε συνεργασία με τον Λάκη Λαζόπουλο, σε επιθεώρηση που σηματοδότησε το τέλος μιας μακράς σκηνικής διαδρομής.
Σημαντική υπήρξε και η παρουσία του στον ελληνικό κινηματογράφο, όπου συμμετείχε σε περισσότερες από εκατό ταινίες, ξεκινώντας το 1948 με τη «Μαντάμ Σουσού». Η φιλμογραφία του περιλαμβάνει πλήθος δημοφιλών παραγωγών που σφράγισαν τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» του ελληνικού σινεμά, ενώ σε ορισμένες ταινίες υπήρξε και σεναριογράφος.
Πέρα από την υποκριτική, ο Μίμης Φωτόπουλος ανέπτυξε και έντονη λογοτεχνική δραστηριότητα, γράφοντας ποιητικές συλλογές, αυτοβιογραφικά έργα και θεατρικά κείμενα. Κατά την περίοδο της Δικτατορίας ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική, δημιουργώντας έργα τεχνικής κολλάζ από γραμματόσημα, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις.
Ο Φωτόπουλος υπήρξε ενεργός και στα θεσμικά όργανα του θεάτρου, συμμετέχοντας σε διοικήσεις καλλιτεχνικών φορέων και σωματείων ηθοποιών, ενώ τιμήθηκε με διακρίσεις για την προσφορά του στον πολιτισμό.
Πέθανε αιφνίδια στις 29 Οκτωβρίου 1986 από ανακοπή καρδιάς, αφήνοντας πίσω του μια βαριά καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Η πορεία του παραμένει σημείο αναφοράς για το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο, καθώς συνδύασε τη λαϊκή απήχηση με τη θεατρική ποιότητα και τη δημιουργική πολυμορφία.


