Στις 26 Απριλίου 1825 σημειώθηκε η πτώση της Σφακτηρίας, ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης, όταν οι δυνάμεις του Ιμπραήμ Πασά εξαπέλυσαν αποβατική επίθεση και κατέλαβαν τη βραχονησίδα στην είσοδο του όρμου του Ναυαρίνου. Με ισχυρή δύναμη περίπου 11.000 πεζών και 800 ιππέων, ο Αιγύπτιος στρατηλάτης επιτέθηκε σε ένα στρατηγικό σημείο, το οποίο υπερασπίζονταν μόλις 1.000–1.500 Έλληνες με περιορισμένα μέσα και οκτώ κανόνια.
Η άμυνα του νησιού είχε οργανωθεί από τον υπουργό Στρατιωτικών Αναγνωσταρά, ενώ παρόντες ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και φιλέλληνες, όπως ο Ιταλός κόμης Σανταρόζα. Τη θαλάσσια υποστήριξη παρείχαν λίγα ελληνικά πλοία, ανάμεσά τους και ο «Άρης» του Αναστασίου Τσαμαδού. Η επίθεση των Αιγυπτίων ξεκίνησε το μεσημέρι με σφοδρό κανονιοβολισμό και ακολούθησε αποβίβαση χιλιάδων πεζοναυτών σε διαδοχικά κύματα, υπό την καθοδήγηση Γάλλων αξιωματικών.
Παρά την αντίσταση των υπερασπιστών, η μάχη εξελίχθηκε γρήγορα σε άνιση αναμέτρηση. Η αριθμητική και οργανωτική υπεροχή των δυνάμεων του Ιμπραήμ οδήγησε στην κατάρρευση της ελληνικής άμυνας και στην πλήρη κατάληψη της Σφακτηρίας. Οι απώλειες υπήρξαν βαριές: περίπου 350 Έλληνες σκοτώθηκαν και 200 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν ο Αναγνωσταράς, ο Αναστάσιος Τσαμαδός και ο Σανταρόζα. Όσοι επέζησαν κατόρθωσαν να διαφύγουν κολυμπώντας προς την απέναντι ακτή, ενώ ο Μαυροκορδάτος διασώθηκε την τελευταία στιγμή επιβιβαζόμενος στον «Άρη», που, αν και βαριά χτυπημένος, διέσπασε τον εχθρικό κλοιό.
Η είδηση της πτώσης προκάλεσε σοκ στην επαναστατική διοίκηση στο Ναύπλιο και ενίσχυσε το αίσθημα ανασφάλειας για την πορεία του Αγώνα. Οι συνέπειες υπήρξαν άμεσες, καθώς λίγες ημέρες αργότερα παραδόθηκαν τα φρούρια του Παλαιοκάστρου και του Νεοκάστρου, ενώ το λιμάνι της Πύλου μετατράπηκε σε βασική βάση ανεφοδιασμού των δυνάμεων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση των επαναστατημένων Ελλήνων σε μια ήδη κρίσιμη περίοδο εσωτερικών διχασμών.
