Μία από τις σημαντικότερες και πιο αναγνωρίσιμες φωνές του ελληνικού λαϊκού και έντεχνου τραγουδιού γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 23 Μαΐου 1943. Η Βίκυ Μοσχολιού, η ερμηνεύτρια που ταύτισε το όνομά της με μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της μεταπολεμικής Ελλάδας, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, με μια φωνή βαθιά, δωρική και συγκλονιστικά εκφραστική. Ο Μάνος Χατζηδάκης είχε χαρακτηρίσει τη φωνή της «το τσέλο της ελληνικής μουσικής», ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης μιλούσε για «τραγουδίστρια που μοιάζει με αρχαίο δωρικό βράχο». Από την πλευρά του, ο Γιάννης Τσαρούχης είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως «η Βίκυ Μοσχολιού είναι η Κοτοπούλη του ελληνικού τραγουδιού», αποδίδοντας με αυτόν τον τρόπο το τεράστιο καλλιτεχνικό της εκτόπισμα.

Γεννημένη στο Μεταξουργείο, στη συμβολή των οδών Πλαταιών και Κεραμεικού, μεγάλωσε στην Αγία Βαρβάρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες φτώχειας, αλλά και σε ένα σπίτι γεμάτο μουσική. Ο πατέρας της διατηρούσε μεγάλη συλλογή από λαϊκούς δίσκους και το γραμμόφωνο δεν έλειπε ποτέ από την καθημερινότητα της οικογένειας. Από πολύ μικρή αναγκάστηκε να εργαστεί για να βοηθήσει οικονομικά το σπίτι, δουλεύοντας ως κορδελιάστρα σε εργοστάσιο μόλις στα 13 της χρόνια. Παρά τις δυσκολίες, το τραγούδι ήταν πάντα παρόν στη ζωή της.

Η πρώτη της επαφή με το κοινό ήρθε μέσα από τα «Χαρούμενα Ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη, ωστόσο οι αυστηροί γονείς της δεν ήθελαν να ακολουθήσει νυχτερινή καριέρα. Τελικά, ύστερα από παρέμβαση της εξαδέλφης της, Έφης Λίντα, η Μοσχολιού ανέβηκε το 1962 για πρώτη φορά στο πάλκο της περίφημης «Τριάνας του Χειλά», δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα.

Η καθιέρωσή της ήρθε δύο χρόνια αργότερα, όταν ο Σταύρος Ξαρχάκος την άκουσε τυχαία και της εμπιστεύθηκε το τραγούδι «Χάθηκε το φεγγάρι» για την ταινία «Λόλα», με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη. Από εκεί και πέρα ακολούθησε μια σπουδαία διαδρομή δεκαετιών, με συνεργασίες σχεδόν με όλους τους μεγάλους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού. Η Μοσχολιού συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Δήμος Μούτσης, ο Άκης Πάνου, ο Γιάννης Σπανός, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και πολλοί ακόμη. Ερμήνευσε στίχους σπουδαίων ποιητών και στιχουργών, από τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Ελευθερίου μέχρι τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τη Λίνα Νικολακοπούλου.

Το ρεπερτόριό της περιλάμβανε τραγούδια που σημάδεψαν εποχές: «Τα τρένα που φύγαν», «Τα δειλινά», «Άνθρωποι μονάχοι», «Έτσι είν’ η ζωή», «Μια βραδιά στη Λάρισα», «Μεσόγειος», «Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ», «Μιλώ για τα παιδιά μου», «Πάει πάει», «Αλήτη», «Ξενύχτησα στην πόρτα σου», «Η Ρόζα η ναζιάρα» και δεκάδες ακόμη. Η χαρακτηριστική βραχνάδα της, η βαθιά contralto φωνή της και η ερμηνευτική της λιτότητα της επέτρεψαν να κινηθεί με την ίδια άνεση από το ρεμπέτικο και το καθαρό λαϊκό μέχρι το έντεχνο και το αρχοντορεμπέτικο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πήρε μια πρωτοποριακή για την εποχή απόφαση: εγκατέλειψε τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά μεροκάματα για να τραγουδήσει στις μπουάτ της Πλάκας, κυρίως στον «Ζυγό» και στο «Zoom», διαμορφώνοντας έναν διαφορετικό τρόπο μουσικής διασκέδασης, με έμφαση στο τραγούδι, την ποιότητα και την αμεσότητα με το κοινό. Εκεί ερμήνευσε έργα των Μούτση, Μαρκόπουλου, Θεοδωράκη και Σπανού, σε μια περίοδο που θεωρείται από τις πιο δημιουργικές της καριέρας της. Παρά τη σεμνότητα που τη χαρακτήριζε, η διεθνής παρουσία της υπήρξε αξιοσημείωτη. Εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης, στο Ρόγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και στο θέατρο Ολυμπιά στο Παρίσι, μεταφέροντας το ελληνικό τραγούδι σε εμβληματικές σκηνές του εξωτερικού.

Στην προσωπική της ζωή συνδέθηκε για χρόνια με τον θρύλο του ελληνικού ποδοσφαίρου Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες. Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα της εποχής, η ίδια κράτησε πάντοτε χαμηλούς τόνους, προστατεύοντας την ιδιωτική της ζωή από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η πορεία της δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τις αντιφάσεις της εποχής. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 συμμετείχε σε εκδηλώσεις που συνδέθηκαν με το καθεστώς, γεγονός που καταγράφεται ιστορικά και έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης για τη στάση πολλών καλλιτεχνών εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, η καλλιτεχνική της διαδρομή και η συμβολή της στο ελληνικό τραγούδι παραμένουν τεράστιες και καθοριστικές.

Η Βίκυ Μοσχολιού έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου 2005, ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 62 ετών. Άφησε πίσω της μια ανεκτίμητη μουσική παρακαταθήκη και μια φωνή που εξακολουθεί να συγκινεί, να συνοδεύει μνήμες και να αποτελεί σημείο αναφοράς για ολόκληρες γενιές ακροατών του ελληνικού τραγουδιού.

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link