Σαν σήμερα, στις 13 Αυγούστου 1899, γεννήθηκε ο σπουδαίος Βρετανός σκηνοθέτης, ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους δημιουργούς στην ιστορία της έβδομης τέχνης
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου. Με τις δημιουργίες του, κυρίως ταινίες μυστηρίου, ψυχολογικά θρίλερ και ιστορίες αγωνίας, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα και δικαίως απέκτησε τον τίτλο του «μετρ του σασπένς». Το ιδιαίτερο στοιχείο στο έργο του δεν ήταν μόνο η ικανότητά του να προκαλεί φόβο, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο κατάφερνε να κρατά τον θεατή σε μια διαρκή κατάσταση αναμονής, κάνοντάς τον να γνωρίζει πολλές φορές περισσότερα από τους ίδιους τους ήρωες και μετατρέποντας έτσι κάθε λεπτό σε πιθανή απειλή.
Ο Χίτσκοκ δεν αντιμετώπισε ποτέ την αγωνία ως ένα απλό κινηματογραφικό τέχνασμα. Για εκείνον, η πραγματική δύναμη του σασπένς βρισκόταν στην προσμονή, στην αβεβαιότητα και στην υποψία ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, χωρίς ο θεατής να γνωρίζει πότε ακριβώς θα συμβεί. Με τη χρήση της κάμερας, του μοντάζ, της μουσικής, της σιωπής και κυρίως της πληροφορίας, μπορούσε να μετατρέψει ακόμη και μια φαινομενικά ασήμαντη καθημερινή σκηνή σε πηγή έντασης. Ένα βλέμμα, ένα αντικείμενο, μια πόρτα, ένα παράθυρο ή ένας ήχος μπορούσαν στα χέρια του να αποκτήσουν απειλητική διάσταση.
Ο Άλφρεντ Τζόζεφ Χίτσκοκ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1899 στο Λέιτονστοουν, στο Ανατολικό Λονδίνο, σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης. Ο πατέρας του, Γουίλιαμ Χίτσκοκ, ήταν έμπορος πουλερικών και λαχανικών και περιγράφεται ως αυστηρός και ιδιαίτερα αυταρχικός άνθρωπος. Ο ίδιος ο Χίτσκοκ, με το χαρακτηριστικό μαύρο χιούμορ που θα τον συνόδευε σε ολόκληρη τη ζωή του, συνήθιζε να συνδέει την οικογενειακή του προέλευση με την απέχθειά του για τα αβγά, ενώ ο χαρακτηριστικός σωματότυπός του έγινε ένα ακόμη στοιχείο της δημόσιας εικόνας του.
Σε ηλικία μικρή στάλθηκε εσωτερικός στο Κολέγιο του Αγίου Ιγνατίου, ένα αυστηρό ιησουιτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η πειθαρχία εκεί ήταν σκληρή και οι εμπειρίες του από τα χρόνια αυτά άφησαν έντονο αποτύπωμα στη φαντασία του. Η τιμωρία, η ενοχή, ο φόβος, η αυθεντία και η αίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί αντιμέτωπος με δυνάμεις που δεν ελέγχει θα επανέρχονταν με διαφορετικές μορφές σε πολλές από τις ταινίες του. Ο ίδιος μάλιστα αναφερόταν συχνά στις αυστηρές μεθόδους πειθαρχίας που γνώρισε στα μαθητικά του χρόνια, αντιμετωπίζοντας πλέον αυτές τις αναμνήσεις με το χαρακτηριστικό του μαύρο χιούμορ.
Αρχικά εργάστηκε σε εταιρεία τηλεγραφικών καλωδίων και στη συνέχεια στράφηκε προς τον κινηματογράφο, έναν χώρο που εκείνη την εποχή βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα. Η επαφή του με την παραγωγή ταινιών και ιδιαίτερα με τους τίτλους των βωβών ταινιών αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο σχολείο του. Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι η εικόνα μπορούσε να αφηγηθεί μια ιστορία χωρίς να χρειάζεται συνεχώς λόγια και άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο η κάμερα καθοδηγεί το βλέμμα του θεατή.

Στη δεκαετία του 1920 πέρασε στη σκηνοθεσία και σταδιακά άρχισε να αποκτά φήμη στη βρετανική κινηματογραφική σκηνή. Οι πρώτες του ταινίες αποκάλυψαν ήδη το ενδιαφέρον του για το έγκλημα, το μυστήριο, την καταδίωξη και τους ανθρώπους που βρίσκονται παγιδευμένοι σε καταστάσεις τις οποίες αδυνατούν να ελέγξουν. Ταινίες όπως «Ο Ένοικος» ανέδειξαν από νωρίς το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τη σχέση ανάμεσα στην ενοχή, την υποψία και την κοινωνική καταδίκη.
Η διεθνής αναγνώριση δεν άργησε να έρθει και στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Χίτσκοκ μετακινήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ξεκίνησε ένα νέο και εξαιρετικά σημαντικό κεφάλαιο της καριέρας του. Στο Χόλιγουντ θα είχε πλέον στη διάθεσή του μεγαλύτερες παραγωγές και σημαντικούς πρωταγωνιστές, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τον προσωπικό του τρόπο κινηματογραφικής αφήγησης. Αντίθετα, θα τον τελειοποιούσε.
Η δεκαετία του 1940 τον καθιέρωσε οριστικά, ενώ τις επόμενες δύο δεκαετίες δημιούργησε ορισμένες από τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Στο «Ρεβέκκα» εξερεύνησε την εμμονή, τη ζήλια και την ψυχολογική πίεση, ενώ στον «Υπόσκαφο» και σε άλλες δημιουργίες της περιόδου συνέχισε να πειραματίζεται με τη σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα, την ενοχή και την εξαπάτηση.
Στον «Σιωπηλό Μάρτυρα», με τον Τζέιμς Στιούαρτ και την Γκρέις Κέλι, ο Χίτσκοκ μετέτρεψε έναν καθηλωμένο άνθρωπο που παρακολουθεί τους γείτονές του σε έναν εξαιρετικό μηχανισμό αγωνίας. Ο θεατής βλέπει μαζί με τον πρωταγωνιστή, αλλά ποτέ δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το τι ακριβώς συμβαίνει. Η ίδια η πράξη της παρακολούθησης μετατρέπεται σε κινηματογραφικό θέμα, ενώ το βλέμμα αποκτά σχεδόν την ίδια σημασία με τη δράση.
Στον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», επίσης με τον Τζέιμς Στιούαρτ, ο Χίτσκοκ προχώρησε ακόμη βαθύτερα στην ψυχολογία των χαρακτήρων. Η εμμονή, η απώλεια, η επιθυμία και η προσπάθεια να ανακατασκευαστεί ένας άνθρωπος σύμφωνα με την εικόνα που έχει δημιουργήσει κάποιος άλλος συνθέτουν μια από τις πιο σύνθετες ταινίες του. Το έργο, που αρχικά δεν αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο ενθουσιασμό που θα αποκτούσε αργότερα, θεωρείται σήμερα από πολλούς ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της κινηματογραφικής τέχνης.
Στον «Άνθρωπο που γνώριζε πολλά» και στη «Σκιά των τεσσάρων γιγάντων» επανέφερε με διαφορετικούς τρόπους το μοτίβο του αθώου ανθρώπου που βρίσκεται ξαφνικά μπλεγμένος σε μια επικίνδυνη συνωμοσία. Οι ήρωές του συχνά δεν είναι επαγγελματίες ντετέκτιβ ή άνθρωποι με ιδιαίτερες ικανότητες· είναι καθημερινοί άνθρωποι που βρίσκονται σε μια κατάσταση την οποία δεν κατανοούν και πρέπει να επιβιώσουν χρησιμοποιώντας περισσότερο το ένστικτο και την ευφυΐα τους παρά τη δύναμη.
Και ύστερα ήρθε το «Ψυχώ», η ταινία του 1960 που άλλαξε όχι μόνο την καριέρα του Χίτσκοκ αλλά και ολόκληρο το είδος του ψυχολογικού θρίλερ και του τρόμου. Η ιστορία του Νόρμαν Μπέιτς, του μοτέλ και της μυστηριώδους μητέρας του δημιούργησε μια νέα κινηματογραφική αντίληψη για τον φόβο. Η περίφημη σκηνή στο ντους έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου, όχι μόνο για τη βία της αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο το μοντάζ, ο ήχος και η μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν δημιούργησαν την αίσθηση μιας επίθεσης που στην πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται ποτέ με τον τρόπο που θα περίμενε ο θεατής.

Λίγα χρόνια αργότερα, με τα «Πουλιά», ο Χίτσκοκ αφαίρεσε ακόμη περισσότερο από τον θεατή την αίσθηση ασφάλειας. Χωρίς να προσφέρει μια ξεκάθαρη εξήγηση για την επίθεση των πουλιών, μετέτρεψε ένα απολύτως καθημερινό στοιχείο του φυσικού κόσμου σε απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη απειλή. Και αυτή ακριβώς η απουσία εξήγησης έκανε τον φόβο ακόμη πιο αποτελεσματικό.
Ιδιαίτερη θέση στην κινηματογραφική του κληρονομιά κατέχουν και οι γυναίκες πρωταγωνίστριες των ταινιών του. Από την Γκρέις Κέλι και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν μέχρι την Τζάνετ Λι, την Κιμ Νόβακ και την Τίπι Χέντρεν, ο Χίτσκοκ δημιούργησε χαρακτήρες που συχνά βρέθηκαν αντιμέτωποι με την επιθυμία, την απειλή, την καχυποψία και την κοινωνική πίεση. Η σχέση του με τις πρωταγωνίστριές του αποτέλεσε πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης και κριτικής, όπως και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τις γυναίκες στους κινηματογραφικούς του κόσμους.
Ο ίδιος, πάντως, είχε καταφέρει να γίνει αναγνωρίσιμος σχεδόν όσο και οι πρωταγωνιστές του. Η χαρακτηριστική σιλουέτα του, το βαρύ σώμα, το φαλακρό κεφάλι, το αυστηρό κοστούμι και το ανέκφραστο πρόσωπό του δημιούργησαν μια εικόνα που ο κινηματογράφος έκανε σχεδόν μυθολογική. Οι σύντομες εμφανίσεις του στις ταινίες του, τα περίφημα «cameos», έγιναν ένα διαρκές παιχνίδι με το κοινό, που παρακολουθούσε κάθε νέα ταινία αναζητώντας τον σκηνοθέτη πριν ακόμη αρχίσει η πραγματική ιστορία.
Ο Χίτσκοκ υπήρξε επίσης ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες που κατάλαβαν τη σημασία της δημόσιας εικόνας του δημιουργού. Οι συνεντεύξεις του, οι τηλεοπτικές εμφανίσεις του και ιδιαίτερα η τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents» τον μετέτρεψαν σε μια αναγνωρίσιμη φιγούρα ακόμη και για ανθρώπους που δεν είχαν δει τις ταινίες του. Με το χαρακτηριστικό ειρωνικό του ύφος, το μαύρο χιούμορ και την απόλυτα ελεγχόμενη δημόσια παρουσία του, κατάφερε να γίνει ο ίδιος μέρος του θεάματος.
Παρά τη μεγάλη του επιτυχία, ο Χίτσκοκ δεν τιμήθηκε από την Αμερικανική Ακαδημία με Όσκαρ Σκηνοθεσίας για κάποια από τις ταινίες του. Το 1968, ωστόσο, του απονεμήθηκε το Τιμητικό Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Μέχρι τότε είχε ήδη δημιουργήσει ένα έργο που είχε επηρεάσει βαθιά σκηνοθέτες και κινηματογραφικά ρεύματα και θα συνέχιζε να επηρεάζει την έβδομη τέχνη για δεκαετίες.
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ πέθανε στις 29 Απριλίου 1980 στο Λος Άντζελες, σε ηλικία 80 ετών. Έφυγε έχοντας πίσω του περισσότερες από πέντε δεκαετίες δημιουργικής παρουσίας και ένα έργο που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για το θρίλερ, το μυστήριο και τον τρόμο.
Πέρα όμως από τους τίτλους και τις διακρίσεις, η μεγαλύτερη επιτυχία του Χίτσκοκ ήταν ότι κατάφερε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ο θεατής παρακολουθεί μια ταινία. Δεν τον ενδιέφερε απλώς να τον τρομάξει· ήθελε να τον κάνει να περιμένει, να υποψιάζεται, να αμφιβάλλει και τελικά να φοβάται ακόμη και όταν στην οθόνη δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Γι’ αυτό και, περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ο «μετρ του σασπένς» εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιδραστικούς δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου.
