Από τη «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» μέχρι την «Ημέρα των Νεκρών», ο δημιουργός που μεταμόρφωσε το σινεμά τρόμου, έδωσε πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο στο είδος και έκανε τους νεκροζώντανους μια από τις πιο ισχυρές μεταφορές της σύγχρονης ποπ κουλτούρας
Ο Τζορτζ Α. Ρομέρο δεν υπήρξε απλώς ένας σκηνοθέτης ταινιών τρόμου ούτε απλώς ο άνθρωπος που έδωσε στα ζόμπι τη μορφή με την οποία τα γνωρίζει σήμερα ο παγκόσμιος κινηματογράφος. Υπήρξε ένας από τους δημιουργούς που κατάλαβαν ότι το σινεμά τρόμου μπορεί να λειτουργήσει πολύ περισσότερο από μια μηχανή παραγωγής φόβου: μπορεί να γίνει πολιτικό σχόλιο, κοινωνική παρατήρηση, σάτιρα, αλληγορία και, τελικά, ένας καθρέφτης της ίδιας της κοινωνίας. Στις δικές του ταινίες, οι νεκροί που επιστρέφουν στη ζωή δεν είναι απλώς τέρατα που κυνηγούν τους ζωντανούς. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που καταρρέει, ενώ οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι έχουν επιβιώσει εξακολουθούν να κουβαλούν μαζί τους τις ίδιες ανισότητες, την απληστία, τον φόβο, τη βία, τον ρατσισμό, τον καταναλωτισμό και την ταξική σύγκρουση.
Ο Ρομέρο γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης στις 4 Φεβρουαρίου 1940, γιος του Τζορτζ Μ. Ρομέρο και της Αν Ρομέρο. Ο πατέρας του είχε ισπανική καταγωγή και είχε μεταναστεύσει στην Κούβα ως παιδί, ενώ η μητέρα του ήταν λιθουανικής καταγωγής. Μεγάλωσε στην περιοχή Parkchester του Μπρονξ και από μικρός ανέπτυξε μια βαθιά σχέση με τον κινηματογράφο, σε μια εποχή κατά την οποία η κινηματογραφική εικόνα μπορούσε να μοιάζει ταυτόχρονα μαγική και χειροποίητη. Συχνά έπαιρνε το μετρό για το Μανχάταν προκειμένου να νοικιάσει κινηματογραφικές ταινίες και να τις παρακολουθήσει στο σπίτι. Ανάμεσα στις ταινίες που τον σημάδεψαν βρισκόταν και «Οι ιστορίες του Χόφμαν» των Μάικλ Πάουελ και Έμεριχ Πρέσμπεργκερ, μια ταινία που ο ίδιος θεωρούσε καθοριστική για την απόφασή του να ασχοληθεί με το σινεμά.
Σπούδασε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας Κάρνεγκι στο Πίτσμπουργκ, από όπου αποφοίτησε το 1960. Εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά η επαγγελματική του διαδρομή. Μαζί με συνεργάτες του δημιούργησε την εταιρεία The Latent Image, που αρχικά ασχολήθηκε κυρίως με διαφημιστικές παραγωγές. Ο Ρομέρο σκηνοθέτησε διαφημίσεις και μικρά κινηματογραφικά έργα, ενώ εργάστηκε και σε τμήματα της παιδικής τηλεοπτικής εκπομπής «Mister Rogers’ Neighborhood». Η εμπειρία αυτή υπήρξε σημαντική, καθώς του έδωσε τη δυνατότητα να μάθει στην πράξη τη γλώσσα της εικόνας και να αναπτύξει μια κινηματογραφική ματιά μακριά από τα μεγάλα στούντιο και τους κανόνες της βιομηχανίας.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μαζί με τον σεναριογράφο Τζον Α. Ρούσο, τον Ρας Στράινερ, τον Καρλ Χάρντμαν και μια μικρή ομάδα συνεργατών, δημιούργησε την Image Ten Productions. Με ελάχιστα χρήματα, περιορισμένα μέσα και τη λογική της ανεξάρτητης παραγωγής, οι δημιουργοί αποφάσισαν να γυρίσουν μια ταινία που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία του τρόμου.
Το 1968 κυκλοφόρησε η «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών». Η ταινία δεν ήταν απλώς ένα ακόμη έργο τρόμου. Ήταν μια ριζική ανατροπή των μέχρι τότε κανόνων του είδους. Τα ζόμπι του Ρομέρο δεν ήταν τα πλάσματα του βουντού που είχαν κυριαρχήσει στις προηγούμενες κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Ήταν νεκροί άνθρωποι που επέστρεφαν στη ζωή, κινούνταν αργά, συγκεντρώνονταν μαζικά και επιτίθεντο στους ζωντανούς για να τους κατασπαράξουν. Η απλότητα αυτής της ιδέας ήταν παραπλανητική, γιατί πίσω από τους νεκροζώντανους ο Ρομέρο έβαζε στο στόχαστρο τον ίδιο τον κόσμο των ζωντανών.
Η «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» γυρίστηκε ασπρόμαυρη, με περιορισμένο προϋπολογισμό και αισθητική που έμοιαζε περισσότερο με ωμό ρεπορτάζ παρά με γυαλισμένη παραγωγή τρόμου. Οι ήρωες εγκλωβίζονται σε ένα σπίτι και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν μια απειλή που έρχεται απ’ έξω, όμως σύντομα γίνεται σαφές ότι ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται και μέσα στο ίδιο το σπίτι. Οι άνθρωποι αδυνατούν να συνεργαστούν, συγκρούονται, φοβούνται, διεκδικούν την εξουσία και τελικά καταρρέουν μπροστά στην κρίση.
Η ταινία κυκλοφόρησε μέσα σε μια ταραγμένη Αμερική, σε μια περίοδο κοινωνικών συγκρούσεων, πολέμου στο Βιετνάμ, φυλετικών εντάσεων και πολιτικής αμφισβήτησης. Ο Ρομέρο δεν χρειάστηκε να μετατρέψει την ταινία σε ευθύ πολιτικό κήρυγμα. Η ίδια η εικόνα αρκούσε. Το γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας, ο Μπεν, ήταν ένας μαύρος άνδρας που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας και συγκρούεται με τους υπόλοιπους επιζώντες έδινε στην ταινία μια ιδιαίτερη κοινωνική διάσταση, η οποία αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση από το φινάλε της.
Ο Ρομέρο είχε πλέον δημιουργήσει όχι μόνο ένα νέο είδος τέρατος, αλλά και μια νέα κινηματογραφική γλώσσα. Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να δουλεύει κυρίως στον χώρο του τρόμου, χωρίς όμως να περιοριστεί στα ζόμπι. Οι «Υπάρχουν πάντα βανίλιες», «Season of the Witch» και «The Crazies» έδειξαν ότι τον ενδιέφερε η κοινωνική πραγματικότητα όσο και η ίδια η τρομακτική ιστορία. Στο «The Crazies» μια βιολογική μόλυνση οδηγεί σε μαζική παράνοια και βία, ενώ η αντίδραση του κρατικού μηχανισμού γίνεται σχεδόν εξίσου τρομακτική με την ίδια την επιδημία.
Το 1977 ήρθε το «Martin», μια ιδιαίτερη προσέγγιση στον μύθο του βρικόλακα. Ο Ρομέρο δεν ενδιαφέρθηκε τόσο για το υπερφυσικό όσο για την ψυχολογία, την κοινωνική απομόνωση και τη σύγχυση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση. Ήταν ακόμη μία απόδειξη ότι πίσω από τα τέρατά του υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι και κοινωνικές σχέσεις.
Το 1978, όμως, επέστρεψε στους νεκροζώντανους και δημιούργησε το «Dawn of the Dead», τη δεύτερη μεγάλη ταινία της σειράς των «Dead». Αν η «Νύχτα» ήταν μια ταινία για τον φόβο, την κοινωνική διάλυση και την επιβίωση, η «Αυγή των Νεκρών» ήταν η μεγάλη σάτιρα του καταναλωτισμού.
Οι επιζώντες βρίσκουν καταφύγιο σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο. Εκεί έχουν όλα όσα χρειάζονται για να επιβιώσουν. Τρόφιμα, ρούχα, καταστήματα, καταναλωτικά αγαθά. Και όμως οι νεκροί συνεχίζουν να επιστρέφουν στο ίδιο μέρος, σαν να θυμούνται ασυνείδητα τη ζωή που είχαν πριν πεθάνουν. Περιφέρονται στους διαδρόμους και στα καταστήματα χωρίς πραγματικό σκοπό, αναπαράγοντας μηχανικά τις συνήθειες της προηγούμενης ζωής τους.
Η εικόνα είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στην ιστορία του πολιτικού τρόμου: οι ζωντανοί και οι νεκροί μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Οι μεν καταναλώνουν επειδή μπορούν, οι δε επειδή εξακολουθούν να αναζητούν αυτό που κάποτε τους έδινε νόημα. Το εμπορικό κέντρο μετατρέπεται σε ναό μιας κοινωνίας όπου η επιθυμία για κατανάλωση έχει γίνει σχεδόν μηχανική λειτουργία.
Η ταινία ήταν ταυτόχρονα εξαιρετικά αιματηρή, σαρκαστική και πολιτική. Ο Ρομέρο δεν αντιμετώπισε ποτέ το κοινό του σαν παθητικό θεατή. Του έδινε το θέαμα που περίμενε από μια ταινία ζόμπι και ταυτόχρονα το ανάγκαζε να αναρωτηθεί γιατί τα ζόμπι συμπεριφέρονται τόσο πολύ σαν εμάς.
Το 1981 γύρισε τους «Knightriders», μια παράξενη και γοητευτική ταινία για μια ομάδα ανθρώπων που αναβιώνουν τις μεσαιωνικές μονομαχίες πάνω σε μοτοσικλέτες. Το 1982 συνεργάστηκε με τον Στίβεν Κινγκ στο «Creepshow», μια ανθολογία τρόμου εμπνευσμένη από τα κόμικς τρόμου της δεκαετίας του 1950. Η επιτυχία της ταινίας οδήγησε στη δημιουργία της τηλεοπτικής σειράς «Tales from the Darkside», η οποία παρέμεινε στον αέρα από το 1983 έως το 1988.
Το 1985 ο Ρομέρο ολοκλήρωσε την αρχική τριλογία των νεκρών με την «Ημέρα των Νεκρών». Αυτή τη φορά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τον στρατό, στην εξουσία, στην πειθαρχία και στην προσπάθεια των ανθρώπων να ελέγξουν μια κατάσταση που έχει ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι και στις τρεις βασικές ταινίες της σειράς η απειλή αλλάζει μορφή, ενώ η κοινωνική αλληγορία παραμένει σταθερή. Στη «Νύχτα» κυριαρχεί η κοινωνική και πολιτική αναταραχή, στην «Αυγή» ο καταναλωτισμός και στην «Ημέρα» η σύγκρουση επιστήμης, στρατιωτικής εξουσίας και ανθρώπινης επιβίωσης. Τα ζόμπι είναι πάντοτε εκεί, όμως η πραγματική ιστορία αφορά τους ζωντανούς.
Ο Ρομέρο συνέχισε να δημιουργεί και τα επόμενα χρόνια, ακόμη και όταν η βιομηχανία δεν του προσέφερε πάντα τις συνθήκες που θα ήθελε. Σκηνοθέτησε το «Monkey Shines», συνεργάστηκε με τον Ντάριο Αρτζέντο στο «Two Evil Eyes», γύρισε τον «Dark Half» του Στίβεν Κινγκ και εμφανίστηκε ακόμη και ως δεσμοφύλακας στην «Σιωπή των Αμνών».
Στη δεκαετία του 1990 συνδέθηκε και με τον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών. Το 1998 σκηνοθέτησε μια ζωντανή διαφήμιση για το «Resident Evil 2», μια επιλογή που είχε ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς η σειρά παιχνιδιών είχε επηρεαστεί βαθιά από το έργο του. Ο Ρομέρο έγραψε αργότερα και δικό του σενάριο για την κινηματογραφική μεταφορά του «Resident Evil», όμως το σχέδιό του τελικά δεν προχώρησε.
Το 2005 επέστρεψε δυναμικά με το «Land of the Dead». Η κοινωνική διάσταση αυτή τη φορά ήταν ακόμη πιο άμεση: ένας κόσμος χωρισμένος ανάμεσα σε μια προνομιούχα ελίτ που ζει προστατευμένη σε έναν ουρανοξύστη και στη μεγάλη μάζα των ανθρώπων και των νεκρών που βρίσκονται έξω από τα τείχη της. Η ταξική σύγκρουση γίνεται πλέον ορατή και τα ζόμπι δεν είναι μόνο το απειλητικό πλήθος. Είναι μια καταπιεσμένη μάζα που αρχίζει να αποκτά συνείδηση.
Ακολούθησαν το «Diary of the Dead» το 2007 και το «Survival of the Dead» το 2009. Ο Ρομέρο χρησιμοποίησε πλέον και την αισθητική της κάμερας που καταγράφει τα γεγονότα, σχολιάζοντας την εξάπλωση των νέων μέσων και τον τρόπο με τον οποίο η εικόνα μετατρέπεται σε προϊόν, είδηση και θέαμα.
Παράλληλα, η δημιουργική του δραστηριότητα επεκτάθηκε στα κόμικς. Έγραψε το «The Death of Death» για την DC Comics και αργότερα τη σειρά «Empire of the Dead» για τη Marvel, αποδεικνύοντας ότι το σύμπαν που είχε δημιουργήσει δεν περιοριζόταν πλέον στον κινηματογράφο.
Ο Ρομέρο έφυγε από τη ζωή στις 16 Ιουλίου 2017, σε ηλικία 77 ετών, έπειτα από σύντομη και επιθετική μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα. Πέθανε στο Τορόντο, έχοντας δίπλα του τη σύζυγό του Σουζάν και την κόρη του Τίνα. Σύμφωνα με τους δικούς του ανθρώπους, άκουγε τη μουσική από μία από τις αγαπημένες του ταινίες, «The Quiet Man», του Τζον Φορντ.
Ο θάνατός του δεν έκλεισε, ωστόσο, την ιστορία του έργου του. Το αντίθετο. Η επιρροή του συνέχισε να μεγαλώνει. Το «The Walking Dead», το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία στην τηλεόραση, οφείλει ένα μεγάλο μέρος της αισθητικής και της θεματολογίας του στον κόσμο που δημιούργησε ο Ρομέρο. Κινηματογραφιστές όπως ο Τζον Κάρπεντερ και ο Έντγκαρ Ράιτ, δημιουργοί κόμικς όπως ο Ρόμπερτ Κίρκμαν και αμέτρητοι άλλοι καλλιτέχνες έχουν αναγνωρίσει την επιρροή του.
Η κληρονομιά του Ρομέρο, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι τα ζόμπι έγιναν παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε τη σημασία τους.
Πριν από εκείνον, το ζόμπι ήταν κυρίως ένα πλάσμα του υπερφυσικού και του βουντού. Μετά τον Ρομέρο έγινε κοινωνική μεταφορά. Μπορούσε να συμβολίζει τον καταναλωτή, τον στρατιώτη, τον καταπιεσμένο, τον φοβισμένο άνθρωπο, το πλήθος, την κοινωνία που κινείται μηχανικά, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο που έχει πάψει να σκέφτεται και απλώς ακολουθεί. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη επιτυχία του. Ο Ρομέρο κατάφερε να κάνει το κοινό να φοβάται τους νεκρούς, ενώ την ίδια στιγμή το ανάγκαζε να κοιτάξει τους ζωντανούς. Γιατί στις ταινίες του οι νεκροί μπορεί να είναι τρομακτικοί, πεινασμένοι και ασταμάτητοι. Οι ζωντανοί, όμως, είναι εκείνοι που χτίζουν τείχη, δημιουργούν ανισότητες, πολεμούν μεταξύ τους, καταναλώνουν χωρίς τέλος, διεκδικούν την εξουσία και, όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, συχνά αποδεικνύονται ανίκανοι να συνεργαστούν.
Γι’ αυτό και το σινεμά του Ρομέρο παραμένει ζωντανό. Όχι επειδή τα ζόμπι του έγιναν μόδα, αλλά επειδή η κοινωνία που σατίριζε εξακολουθεί να υπάρχει. Οι νεκροί του περπατούν ακόμη στις οθόνες μας, όμως η πραγματική δύναμη των ταινιών του βρίσκεται αλλού: στην υπενθύμιση ότι πολλές φορές το πιο τρομακτικό πράγμα δεν είναι ότι οι νεκροί επιστρέφουν στη ζωή, αλλά ότι οι ζωντανοί έχουν ήδη αρχίσει να συμπεριφέρονται σαν νεκροί.
