Οι πυρκαγιές προϋπήρχαν του 1998, ενώ οι σημερινές ευθύνες δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από έναν νόμο τριών δεκαετιών

Οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πρόσφατο ούτε μονοδιάστατο φαινόμενο. Όσο κι αν οι καταστροφές των τελευταίων ετών επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση παλιές θεσμικές αποφάσεις, η πραγματικότητα είναι σαφώς πιο σύνθετη και εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, καθώς η χώρα αντιμετώπιζε ήδη από τη δεκαετία του 1980 σοβαρά και επαναλαμβανόμενα περιστατικά μεγάλης κλίμακας. Το 1985 και, κυρίως, το 1988 κάηκαν εκτάσεις που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο στρέμματα, ενώ υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες και σημαντικές επιπτώσεις σε περιοχές όπως η Αττική, η Καβάλα, η Ρόδος και η Ηλεία, ενώ κατά τη δεκαετία του 1990 η συχνότητα και η ένταση των πυρκαγιών αυξήθηκαν περαιτέρω, με νέες μεγάλες καταστροφές, μεταξύ των οποίων και η φωτιά στην Ικαρία το 1993, που στοίχισε τη ζωή σε δεκατρείς ανθρώπους. Το πρόβλημα, επομένως, δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στο τέλος της δεκαετίας του 1990, αλλά είχε ήδη αποκτήσει ανησυχητικές διαστάσεις πολύ πριν από τη θεσμική αλλαγή του 1998.

Το 1998, με τον νόμο 2612, η τότε κυβέρνηση μετέφερε την αρμοδιότητα της καταστολής των δασικών πυρκαγιών από τη Δασική Υπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η πρόληψη παρέμεινε τυπικά στη Δασική Υπηρεσία, όμως στην πράξη η υπηρεσία αποδυναμώθηκε, καθώς μέρος του προσωπικού και του εξοπλισμού που σχετιζόταν με τη δασοπυρόσβεση μετακινήθηκε, ενώ περιορίστηκε η καθημερινή επιχειρησιακή παρουσία μέσα στο δάσος. Πολλοί δασολόγοι και ερευνητές θεωρούν ότι η αλλαγή αυτή μετατόπισε ακόμη περισσότερο το βάρος από τη δασική διαχείριση και την πρόληψη προς ένα μοντέλο προσανατολισμένο στην καταστολή, ενώ η μεταφορά των αρμοδιοτήτων πραγματοποιήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, λίγο πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου και χωρίς τον αναγκαίο σχεδιασμό για την ουσιαστική συνεργασία των δύο υπηρεσιών. Πρόκειται, επομένως, για μια θεσμική τομή που άλλαξε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει τις δασικές πυρκαγιές και που δικαιολογημένα αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο κριτικής και συζήτησης.

Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι να αναγνωρίζει κανείς την ιστορική σημασία εκείνης της απόφασης και άλλο να αποδίδει σε αυτήν σχεδόν αποκλειστικά τις σημερινές καταστροφές. Το 1998 δεν δημιούργησε το πρόβλημα από το μηδέν, αλλά παρενέβη σε ένα ήδη προβληματικό σύστημα και το μετατόπισε ακόμη περισσότερο προς τη λογική της καταστολής, αποδυναμώνοντας παράλληλα τον ρόλο της δασικής διαχείρισης. Η Δασική Υπηρεσία πριν από το 1998 δεν αποτελούσε ένα πλήρως αποτελεσματικό μοντέλο πρόληψης, καθώς αντιμετώπιζε ήδη σοβαρές αδυναμίες, όπως η υποχρηματοδότηση, η έλλειψη προσωπικού και οι διαρκείς πιέσεις από την οικιστική επέκταση και τις χρήσεις γης, με αποτέλεσμα η μεταφορά των αρμοδιοτήτων να επιδεινώσει ορισμένες από αυτές τις αδυναμίες, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί η μοναδική ή αποκλειστική αιτία όσων ακολούθησαν.

Ακριβώς γι’ αυτό, η αποκλειστική εστίαση στο 1998 ενέχει έναν υπαρκτό πολιτικό και αναλυτικό κίνδυνο, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως μια βολική εξήγηση που μεταφέρει τις ευθύνες στο παρελθόν και απομακρύνει τη συζήτηση από τις σημερινές, συγκεκριμένες και μετρήσιμες ευθύνες του κράτους. Η κατάσταση της πρόληψης, η διαχείριση της καύσιμης ύλης, η στελέχωση των υπηρεσιών, ο συντονισμός τους, η επάρκεια των τοπικών επιχειρησιακών σχεδίων, η χρηματοδότηση της δασοπροστασίας και η διαρκής επέκταση της οικιστικής και οικονομικής δραστηριότητας σε δασικές και περιαστικές ζώνες είναι ζητήματα που δεν μπορούν να διαγραφούν από τη δημόσια συζήτηση με την επίκληση μιας θεσμικής απόφασης σχεδόν τριάντα χρόνια πριν. Πολύ περισσότερο, σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική κρίση εντείνει τις συνθήκες υψηλού κινδύνου και η πίεση για αξιοποίηση της γης παραμένει ισχυρή, η προστασία των δασών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα πυρόσβεσης και επιχειρησιακής διαχείρισης της καταστροφής, αλλά ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής, χωροταξικού σχεδιασμού, χρηματοδότησης και κοινωνικού ελέγχου πάνω στη χρήση της γης και των φυσικών πόρων.

Οι μεγάλες πυρκαγιές, λοιπόν, είναι αποτέλεσμα σωρευτικών παραγόντων, θεσμικών επιλογών, διαχρονικών ελλείψεων και πολιτικών που διαμόρφωσαν σταδιακά ένα όλο και πιο ευάλωτο περιβάλλον, και η κατανόησή τους απαιτεί να δούμε τόσο το τι άλλαξε το 1998 όσο και το τι συνέχισε να συμβαίνει μετά από αυτό. Το να αποδίδονται σχεδόν μονοσήμαντα οι σημερινές καταστροφές σε έναν νόμο του 1998 δεν φωτίζει την πραγματικότητα αλλά την απλοποιεί, μετατρέποντας μια σύνθετη ιστορική και πολιτική ευθύνη σε ένα εύχρηστο άλλοθι. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της συζήτησης: αν πραγματικά θέλουμε να μιλήσουμε για την προστασία των δασών, δεν αρκεί να αναζητούμε ποια κυβέρνηση ή ποια νομοθετική αλλαγή του παρελθόντος άνοιξε τον δρόμο· χρειάζεται να εξετάσουμε ποιο κράτος έχουμε σήμερα, ποιες πολιτικές εξακολουθούν να υποχρηματοδοτούν την πρόληψη, ποιο μοντέλο ανάπτυξης πιέζει διαρκώς τη γη και τα δάση και, τελικά, ποιες επιλογές συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τη φυσική καταστροφή ως αναπόφευκτη μοίρα αντί ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής που μπορεί και πρέπει να αλλάξει.

Ειρηναίος Μαράκης,
για τη Viral Greece

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link