
Το πρώτο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής κατέχει ξεχωριστή θέση στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο, καθώς είναι αφιερωμένο στους Αγίους Θεοδώρους. Πρόκειται για μια κινητή εορτή που συνδέεται άμεσα με την περίοδο της νηστείας και συνοδεύεται από ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα της Ορθόδοξης παράδοσης: την ευλογία και διανομή των κολλύβων.
Οι δύο Άγιοι που τιμώνται την ίδια ημέρα είναι ο Θεόδωρος ο Τήρων και ο Θεόδωρος ο Στρατηλάτης. Αν και η μνήμη τους τιμάται ξεχωριστά μέσα στον χρόνο, η Εκκλησία καθιέρωσε τον κοινό εορτασμό τους το πρώτο Σάββατο των Νηστειών.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάθεση έπαιξε η απόφαση της Συνόδου της Λαοδικείας, η οποία όρισε ότι κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής δεν τελούνται κανονικοί εορτασμοί Αγίων, αλλά οι μνήμες τους μεταφέρονται στο πλησιέστερο Σάββατο ή Κυριακή.
Η ημέρα αυτή έχει ταυτιστεί με το γνωστό θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Άγιος εμφανίστηκε σε όραμα και προειδοποίησε τους Χριστιανούς για σχέδιο μόλυνσης των τροφίμων της αγοράς με ειδωλόθυτα. Ως λύση υπέδειξε την κατανάλωση βρασμένου σιταριού.
Έτσι, τα κόλλυβα καθιερώθηκαν ως στοιχείο μνήμης, ευλογίας αλλά και συμβολισμού. Ο σπόρος του σιταριού, που «θάβεται» και βλασταίνει, αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της ανάστασης και της αιώνιας ζωής.
Για τον λόγο αυτό, το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων έχει αποκτήσει και έναν άτυπο χαρακτήρα Ψυχοσαββάτου στη λαϊκή συνείδηση. Παρότι δεν αποτελεί επίσημη ημέρα μνημοσύνων, πολλοί πιστοί προσφέρουν κόλλυβα και προσεύχονται για τους κεκοιμημένους τους.
Η εορτή λειτουργεί ως μια πρώτη πνευματική στάση μέσα στη Σαρακοστή. Υπενθυμίζει την αξία της εγκράτειας, της πίστης και της εσωτερικής προετοιμασίας, ενώ παράλληλα διατηρεί ζωντανή μια παράδοση βαθιά ριζωμένη στην ελληνική θρησκευτική κουλτούρα.



