Τη νύχτα εκείνη, πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ο νεαρός άνδρας καθόταν μόνος στην είσοδο ενός κλαμπ στη λεωφόρο Συγγρού. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το μυαλό του έτρεχε αλλού. Ο Αλέξανδρος Αγγελόπουλος –γνωστός τότε απλώς ως «Αλέκος» ή «ο Χοντρός»– δεν χωρούσε πια στα στενά όρια της ελληνικής επαρχίας από όπου καταγόταν, τους Νέους Πόρους Πιερίας.
Από πολύ νωρίς είχε έναν στόχο: να πλουτίσει, γρήγορα και χωρίς ενδοιασμούς. Ο τρόπος δεν τον απασχολούσε. Και όταν του δόθηκε η ευκαιρία να αφήσει πίσω το μεροκάματο του πορτιέρη, δεν δίστασε ούτε στιγμή.
Τα πρώτα βήματα στην παρανομία
Η είσοδός του στον κόσμο της παρανομίας έγινε μέσω της θάλασσας. Ως ναυτικός σε λάντζες ανεφοδιασμού πλοίων, συμμετείχε σε μεταφορές λαθραίων τσιγάρων από την Αλβανία προς την Ιταλία, αλλά και σε διακίνηση όπλων. Ήταν μόνο η αρχή.
Η πραγματική «απογείωση» ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, όταν βρέθηκε στην Αμβέρσα. Εκεί γνώρισε μια γυναίκα με ισχυρές διασυνδέσεις στον υπόκοσμο του λιμανιού – ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής – η οποία τον εισήγαγε σε κύκλους υψηλού ρίσκου και ακόμα υψηλότερων κερδών.
Από τα όπλα… στην κοκαΐνη
Η εγκληματική του δράση επεκτάθηκε ραγδαία. Από τη μεταφορά όπλων προς τους Σαντινίστας στη Νικαράγουα, πέρασε στη διακίνηση τεράστιων ποσοτήτων κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική προς την Ευρώπη. Η «πληρωμή» για τα όπλα δεν ήταν χρήματα, αλλά ναρκωτικά – και η αγορά διψούσε.
Μετά τον θάνατο του αρχηγού του κυκλώματος, σερβικής καταγωγής, ο Αγγελόπουλος ανέλαβε ηγετικό ρόλο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέχρι την πρώτη του σύλληψη το 2004 είχε διοχετεύσει στην ευρωπαϊκή αγορά πάνω από δέκα μεγάλα φορτία κοκαΐνης, αποκομίζοντας αστρονομικά ποσά.
Επιχειρηματίας με… δύο πρόσωπα
Παράλληλα, έχτιζε το προφίλ του «νόμιμου επιχειρηματία». Εταιρείες ανεφοδιασμού πλοίων, αλιευτικά με έδρα την Κυλλήνη, συμμετοχές σε εμπορικά σχήματα, ακόμα και χρηματιστηριακή εταιρεία. Αγόρασε ποδοσφαιρική ομάδα στο χωριό του, τον Ποσειδώνα Νέων Πόρων, που σε λίγα χρόνια έφτασε μέχρι τη Β’ Εθνική.
Την ίδια στιγμή, οι αρχές άρχισαν να υποψιάζονται εκτεταμένο ξέπλυμα χρήματος, κυρίως μέσω κερδισμένων δελτίων του ΟΠΑΠ, με δηλωμένα ποσά εκατομμυρίων ευρώ.
Το μεγάλο «χτύπημα» και η πτώση
Το 2004 στήθηκε η μεγάλη επιχείρηση. Το αλιευτικό «Africa 1», συμφερόντων Αγγελόπουλου, εντοπίστηκε να φορτώνει 5,4 τόνους κοκαΐνης ανοιχτά της Σενεγάλης. Η παρακολούθηση ήταν διεθνής: ελληνικές, ισπανικές, αμερικανικές και βρετανικές αρχές περίμεναν τη σωστή στιγμή.
Το ρεσάλτο έγινε ανοιχτά του Γιβραλτάρ. Ο Αγγελόπουλος διέφυγε προσωρινά, όμως συνελήφθη λίγο αργότερα στο αεροδρόμιο της Στουτγκάρδης. Ακολούθησαν βαριές κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Ισόβια… που έγιναν 22 χρόνια
Η πρώτη καταδίκη ήταν ισόβια κάθειρξη. Στο Εφετείο, ωστόσο, η ποινή μειώθηκε στα 22 χρόνια, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου – απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Τα «παράδοξα» συνεχίστηκαν: επιστροφή δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, πρόωρη αποφυλάκιση με βάση τον νόμο Παρασκευόπουλου και τελικά επιστροφή στη φυλακή, έπειτα από καθυστερημένη απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ένα τέλος… γνώριμο
Έτσι, ο άνθρωπος που ξεκίνησε ως πορτιέρης στη Συγγρού και έφτασε να αποκαλείται « Εσκομπάρ των Βαλκανίων», βρέθηκε ξανά εκεί όπου είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του:
σε ένα κελί, στις φυλακές Αγίου Στεφάνου Πάτρας.
