
Η χρήση εργαλείων όπως το ChatGPT εγείρει ερωτήματα για το τι σημαίνει πραγματικά δημοσιογραφία σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων και κατάρρευσης των παλιών βεβαιοτήτων. Κατά τη γνώμη μας, και με αφορμή ορισμένες συζητήσεις που έχουν αναπτυχθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το πρόβλημα δεν είναι η αξιοποίηση του ChatGPT ως εργαλείου για τη σύνταξη ενός κειμένου αλλά αν υπάρχει το αναγκαίο κριτήριο που θα κατευθύνει τη χρήση του, θα ελέγξει το αποτέλεσμα και τελικά θα δώσει ουσιαστικό περιεχόμενο σε ό,τι παράγεται. Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η τεχνολογία αλλά η σκέψη που προηγείται της τεχνολογίας. Αν δεν υπάρχει ιδέα, θέση, γνώση του θέματος και μια στοιχειώδης δημοσιογραφική συνείδηση τότε κανένα εργαλείο όσο εξελιγμένο κι αν είναι δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό που λείπει. Έτσι κι αλλιώς, η δημοσιογραφία δεν ήταν ποτέ μια τεχνική παραγωγής κειμένων αλλά πρωτίστως μια διαδικασία επιλογής αξιολόγησης και ιεράρχησης της πραγματικότητας. Ο δημοσιογράφος δεν καλείται απλώς να γράψει αλλά να καταλάβει τι αξίζει να ειπωθεί, πώς πρέπει να ειπωθεί και γιατί. Και αυτό δεν μπορεί να παραχθεί μηχανικά γιατί είναι προϊόν σκέψης, εμπειρίας και ιδεολογικής τοποθέτησης απέναντι στον κόσμο.
Ωστόσο η σημερινή πραγματικότητα των μέσων ενημέρωσης δημιουργεί ένα περιβάλλον που συχνά λειτουργεί αντίθετα προς αυτή τη λογική. Πολλοί δημοσιογράφοι ή «συντάκτες ροής», όπως είναι η νέα ορολογία που σηματοδοτεί τις αλλαγές στον χώρο, εργάζονται σε συνθήκες που θυμίζουν περισσότερο ψηφιακά κάτεργα παρά χώρους δημιουργίας του δημόσιου λόγου, με διαρκείς ποσοτικούς στόχους, πίεση για αδιάκοπη ροή ειδήσεων και την εργοδοτική απαίτηση να παράγεται όλο και περισσότερο περιεχόμενο σε όλο και λιγότερο χρόνο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η τεχνολογία δεν αξιοποιείται ως δημιουργικό εργαλείο αλλά μετατρέπεται σε μηχανισμό επιτάχυνσης της δημοσιογραφικής εργασίας, με αποτέλεσμα την ποιοτική υποβάθμιση της ενημέρωσης. Με λίγα λόγια, η κατάχρηση των ψηφιακών εργαλείων επομένως δεν προκύπτει από την ύπαρξή τους αλλά κυρίως, από το παραγωγικό μοντέλο των σύγχρονων ΜΜΕ που ευνοεί την ποσότητα αντί της ποιότητας. Όταν η βασική απαίτηση είναι η συνεχής παραγωγή υλικού η δημοσιογραφική έρευνα, η επαλήθευση της πληροφορίας και η καλλιέργεια μιας στοιχειώδους επαγγελματικής ηθικής υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη να βγει η ύλη και στον φόβο της απόλυσης που κρέμεται ως απειλή πάνω από τα κεφάλια των εργαζομένων.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αυτή η δημοσιογραφία τίθεται συχνά στην υπηρεσία της κρατικής παραπληροφόρησης ,των κυβερνητικών επιλογών και ενός ευρύτερου κρατικού ελέγχου αλλά και ιδιωτικού μονοπωλίου πάνω στην ενημέρωση. Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι το ΑΠΕ ΜΠΕ βρίσκεται από το 2019 υπό την εποπτεία του πρωθυπουργού γεγονός που δείχνει πόσο στενά συνδέεται η ροή της επίσημης πληροφόρησης με την κυβερνητική εξουσία. Την ίδια στιγμή εργαλεία όπως το ChatGPT χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για να υποκαταστήσουν την εργασία πολλών ειδικοτήτων στο δημοσιογραφικό επάγγελμα από ρεπόρτερ και συντάκτες ροής μέχρι διορθωτές. Έτσι η τεχνολογία δεν λειτουργεί απλώς ως βοήθημα αλλά εντάσσεται σε ένα σύστημα που συχνά αποδυναμώνει την ίδια την ουσία της δημοσιογραφίας, την ανεξάρτητη έρευνα, την κριτική σκέψη και την ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά τεχνολογικό αλλά βαθύτατα πολιτικό. Όσο η ενημέρωση παραμένει συγκεντρωμένη στα χέρια των οικονομικών και πολιτικών κέντρων εξουσίας τόσο η δημοσιογραφία θα πιέζεται να υπηρετεί την ταχύτητα, την πειθαρχία και την αναπαραγωγή της επίσημης γραμμής. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα η υπεράσπιση της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας δεν μπορεί να είναι και δεν είναι ουδέτερη υπόθεση. Αντίθετα, είναι μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού αγώνα για δημόσια ενημέρωση με διαφάνεια, με εργασιακή αξιοπρέπεια για τους ανθρώπους των ΜΜΕ και με πραγματική λογοδοσία της εξουσίας. Γιατί χωρίς ελεύθερη και μαχητική δημοσιογραφία, η δημοκρατία μετατρέπεται εύκολα σε μια σκηνοθετημένη εικόνα ενημέρωσης, όπου ούτε η πληροφορία κυκλοφορεί, ούτε η αλήθεια υπάρχει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διεθνής ειδησεογραφική κάλυψη των ιμπεριαλιστικών επιθέσεων στο Ιράν και της γενοκτονίας στη Γάζα. Συχνά η ενημέρωση φιλτράρεται μέσα από τα γεωπολιτικά συμφέροντα και από συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα γεγονότα όπως στρατιωτικές επιθέσεις, βομβαρδισμοί ή επεμβάσεις να παρουσιάζονται μέσα από ένα λεξιλόγιο που μετατοπίζει το βάρος της ευθύνης και αλλοιώνει την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Έτσι διαμορφώνεται πολλές φορές μια αφήγηση όπου οι επιθέσεις εμφανίζονται ως «άμυνα» και οι επιτιθέμενοι ως «αμυνόμενοι», ενώ κρίσιμες πληροφορίες υποβαθμίζονται ή αποσιωπώνται.
Την ίδια στιγμή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δημοσιογραφία μπορεί ακόμη να ασκηθεί με τον πιο απλό και παραδοσιακό τρόπο. Η σύνταξη ενός κειμένου δεν είναι απλώς μια τεχνική διαδικασία – κάτι που φαίνεται να αγνοεί η επιχειρηματική εξουσία στα ΜΜΕ – αλλά αποτελεί προϊόν κατανόησης της πραγματικότητας. Γι’ αυτό τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να χρησιμοποιούνται επικουρικά ή και καθόλου, χωρίς όμως να υποκαθιστούν τη βασική δημοσιογραφική εργασία, που οφείλει να παραμένει κατεξοχήν ανθρώπινη. Ακριβώς γι’ αυτό η μάχη για μια δημοσιογραφία που θα ερευνά, θα αμφισβητεί και θα αποκαλύπτει την πραγματικότητα παραμένει ανοιχτή. Η υπεράσπιση της αλήθειας και της ανεξαρτησίας της ενημέρωσης δεν είναι απλώς επαγγελματική υποχρέωση των δημοσιογράφων αλλά αναγκαία προϋπόθεση για μια κοινωνία που θέλει να κατανοεί τον κόσμο γύρω της και να μπορεί να ασκεί ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο στην εξουσία.
Ειρηναίος Μαράκης, για το Viral Greece



