
Σήμερα στις 00:00 στο STAR
Μια συνέχεια που διχάζει αλλά δεν παύει να διασκεδάζει
Το The Hangover Part II είναι η αμερικανική κωμωδία του 2011 σε σκηνοθεσία του Todd Phillips και σενάριο των Todd Phillips, Scott Armstrong και Craig Mazin. Αποτελεί τη συνέχεια της τεράστιας εμπορικής επιτυχίας The Hangover, η οποία δύο χρόνια νωρίτερα είχε σαρώσει τα ταμεία και είχε καθιερωθεί ως μία από τις πιο επιτυχημένες κωμωδίες της εποχής της. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 19 Μαΐου 2011 στο Grauman’s Chinese Theatre στο Χόλιγουντ και κυκλοφόρησε στις αμερικανικές αίθουσες στις 26 Μαΐου. Παρά τις κατά βάση αρνητικές κριτικές, γνώρισε εντυπωσιακή εισπρακτική επιτυχία, ξεπερνώντας τα 580 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, γεγονός που οδήγησε και στην ολοκλήρωση της τριλογίας με το The Hangover Part III το 2013.

Η ιστορία μεταφέρει τη δράση από το Λας Βέγκας στην εξωτική και χαοτική Μπανγκόκ. Ο Στου Πράις ετοιμάζεται να παντρευτεί τη Λόρεν στην Ταϊλάνδη και, έχοντας διδαχθεί από τα παθήματα του παρελθόντος, επιθυμεί έναν ήρεμο γάμο χωρίς απρόοπτα. Ωστόσο, μια φαινομενικά αθώα βραδιά με τους φίλους του, τον Φιλ και τον Άλαν, και τον νεαρό Τέντι, αδελφό της νύφης και παιδί-θαύμα του Stanford, εξελίσσεται σε νέα καταστροφή. Το επόμενο πρωί οι τρεις φίλοι ξυπνούν σε ένα ετοιμόρροπο ξενοδοχείο στην Μπανγκόκ χωρίς καμία ανάμνηση της προηγούμενης νύχτας. Ο Στου έχει ένα τατουάζ στο πρόσωπο ίδιο με εκείνο του Mike Tyson, ο Άλαν είναι ξυρισμένος, ένας πίθηκος περιφέρεται στο δωμάτιο και ο Τέντι αγνοείται, αφήνοντας πίσω του μόνο ένα κομμένο δάχτυλο. Ακολουθεί μια ξέφρενη περιπλάνηση στον υπόκοσμο της πόλης, με εμπλοκή γκάνγκστερ, μοναχών, στριπτιζάδικων και της εκρηκτικής παρουσίας του Λέσλι Τσόου.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους επιστρέφουν οι Bradley Cooper, Ed Helms και Zach Galifianakis, με τον τελευταίο να κυριαρχεί και πάλι κωμικά ως Άλαν, ενώ συμμετέχουν επίσης οι Justin Bartha, Ken Jeong και Jeffrey Tambor. Η χημεία της παρέας παραμένει βασικό συστατικό της επιτυχίας, αν και αυτή τη φορά η αίσθηση της έκπληξης έχει περιοριστεί αισθητά.
Σε επίπεδο κριτικής αποτίμησης, το φιλμ κατηγορήθηκε κυρίως για έλλειψη πρωτοτυπίας. Η δομή επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσια εκείνη της πρώτης ταινίας: οι ήρωες ξυπνούν χωρίς καθαρή μνήμη, προσπαθούν να ανασυνθέσουν τα γεγονότα και οδηγούνται σε ένα φινάλε με αποκαλύψεις μέσω φωτογραφιών. Η μεταφορά του σκηνικού στην Ταϊλάνδη προσφέρει πιο σκοτεινή και ακραία χροιά στο χιούμορ, το οποίο γίνεται πιο ωμό, πιο προκλητικό και συχνά πιο επιθετικό. Σε αρκετές στιγμές η υπερβολή λειτουργεί και προκαλεί γνήσιο γέλιο, σε άλλες, όμως, μοιάζει εξαντλητική και προβλέψιμη.
Ο Zach Galifianakis αποτελεί και πάλι τον κεντρικό μοχλό της κωμωδίας, με τον χαρακτήρα του να ισορροπεί ανάμεσα στο ευφυώς παράλογο και στο επαναλαμβανόμενο γκαγκ. Ο Ed Helms σηκώνει ουσιαστικά το βάρος της πλοκής, ενώ ο Bradley Cooper παραμένει περισσότερο παρατηρητής παρά κινητήρια δύναμη. Παρά τις αφηγηματικές αδυναμίες και τη «συνταγή καρμπόν» που ακολουθείται, η ταινία πετυχαίνει τον βασικό της στόχο: να διασκεδάσει. Και το πετυχαίνει.

Το «The Hangover Part II» μπορεί να μην διαθέτει τη φρεσκάδα και την αναπάντεχη ενέργεια του πρώτου μέρους, ωστόσο παραμένει μια αποτελεσματική εμπορική κωμωδία που γνωρίζει καλά το κοινό της. Δεν φιλοδοξεί να καινοτομήσει ούτε να εξελίξει ουσιαστικά τους χαρακτήρες της. Αντίθετα, επενδύει συνειδητά στην επανάληψη μιας επιτυχημένης φόρμουλας. Και, τελικά, παρά τις αδυναμίες του, αφήνει τον θεατή με ένα πλατύ χαμόγελο.



