
Σήμερα στις 00:00 στην ΕΡΤ 1
Ένα σκοτεινό, πολιτικό έπος για τα όρια του ανθρώπου και της τεχνολογίας
Το Blade Runner 2049 (2017), σε σκηνοθεσία του Ντενί Βιλνέβ και σενάριο των Χάμπτον Φάντσερ και Μάικλ Γκριν, αποτελεί τη συνέχεια του εμβληματικού Blade Runner (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ, ο οποίος εδώ διατηρεί τον ρόλο του εκτελεστικού παραγωγού. Πρόκειται για ένα επικό νεο-νουάρ επιστημονικής φαντασίας φιλμ, που επιστρέφει στον κόσμο του Φίλιπ Κ. Ντικ, επεκτείνοντας και εμβαθύνοντας στα φιλοσοφικά, υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα της πρώτης ταινίας. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τον Ράιαν Γκόσλινγκ ως τον K, έναν blade runner που φέρνει στην επιφάνεια ένα μυστικό ικανό να αποσταθεροποιήσει την κοινωνία και την ίδια την πορεία του πολιτισμού, και τον Χάρισον Φορντ που επιστρέφει ως Ρικ Ντέκαρντ. Δίπλα τους εμφανίζονται οι Άνα ντε Άρμας, Σίλβια Χουκς, Ρόμπιν Ράιτ, Μακένζι Ντέιβις, Ντέιβ Μπαουτίστα και Τζάρεντ Λέτο, ενώ ο Έντουαρντ Τζέιμς Όλμος επανέρχεται στον ρόλο του Γκαφ.

Η ιδέα για μια συνέχεια του Blade Runner είχε διατυπωθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, όμως προβλήματα δικαιωμάτων καθυστέρησαν την υλοποίησή της. Τελικά, οι παραγωγοί Άντριου Κόσοβ και Μπρόντερικ Τζόνσον εξασφάλισαν τα δικαιώματα, με τον Ρίντλεϊ Σκοτ να αποχωρεί από τη σκηνοθεσία και να παραμένει ως δημιουργικός επιβλέπων. Η σκηνοθετική ευθύνη πέρασε στον Ντενί Βιλνέβ, ο οποίος προσέγγισε το υλικό με σεβασμό αλλά και διάθεση ανανέωσης, διατηρώντας τον ρετροφουτουριστικό χαρακτήρα του αρχικού κόσμου. Η παραγωγή χρηματοδοτήθηκε από τη συνεργασία της Alcon Entertainment και της Sony Pictures, ενώ τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στη Βουδαπέστη το 2016, σε στούντιο αλλά και σε βιομηχανικούς χώρους που ενίσχυσαν τη δυστοπική αισθητική της ταινίας.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Λος Άντζελες τον Οκτώβριο του 2017 και κυκλοφόρησε λίγο αργότερα στις αίθουσες, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές για τη σκηνοθεσία, τις ερμηνείες, τη φωτογραφία και τη συνολική της ατμόσφαιρα. Παρά την καλλιτεχνική της επιτυχία και τα σημαντικά βραβεία -μεταξύ αυτών Όσκαρ Φωτογραφίας και Οπτικών Εφέ- δεν κατάφερε να σημειώσει αντίστοιχη εμπορική επιτυχία, γεγονός που αποδόθηκε εν μέρει στη μεγάλη διάρκειά της και στον αργό, στοχαστικό ρυθμό της.

Η πλοκή εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες του 2049, όπου οι βιοτεχνητοί άνθρωποι, οι λεγόμενοι replicants, χρησιμοποιούνται ως εργατική δύναμη. Ο K, ένας νέος τύπος replicant, εργάζεται ως κυνηγός παλαιότερων μοντέλων. Κατά τη διάρκεια μιας αποστολής ανακαλύπτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι replicants μπορούν να αναπαραχθούν βιολογικά – μια εξέλιξη που απειλεί να διαλύσει τα όρια μεταξύ ανθρώπου και κατασκευής. Η έρευνά του τον οδηγεί σε ένα βαθιά προσωπικό ταξίδι, όπου η μνήμη, η ταυτότητα και η ίδια η φύση του ανθρώπου και της κοινωνίας τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η συνάντησή του με τον Ντέκαρντ αποκαλύπτει κρίσιμες αλήθειες για το παρελθόν, ενώ η σύγκρουση με τις δυνάμεις εξουσίας κορυφώνεται σε μια βίαιη και ταυτόχρονα λυρική κατάληξη.

Η ταινία είναι άψογη αισθητικά και εικαστικά, μια σκοτεινή και υγρή περιπέτεια, με υπέροχα πλάνα που καθιστούν τον θεατή τμήμα του κινηματογραφικού περιβάλλοντος, με μια αργή αλλά και γι’ αυτό αγωνιώδη αφήγηση, δίνοντας απαντήσεις σε ερωτήματα της πρωτότυπης ταινίας, με σοβαρές, στιβαρές και λιτές ερμηνείες, με έμφαση στους γυναικείους χαρακτήρες, μ’ έναν αξιοπρεπέστατο Ράιαν Γκόσλινγκ ως το πρότυπο κάποιου που συνειδητοποιεί τα αδιέξοδα της ύπαρξης, με τον Χάρισον Φορντ στον ρόλο ενός ανθρώπου που ζει σ’ ένα κίβδηλο παρελθόν, με εμβάθυνση στα αρχικά φιλοσοφικά και ψυχολογικά ερωτήματα και κοινωνικά ζητήματα της πρώτης ταινίας. Με μια υποβλητική, σκληρή, βίαιη, έντονη μουσική που δεν αφήνει σε ησυχία τον θεατή, με σαφέστατα πολιτικά, αντιρατσιστικά και οικολογικά μηνύματα, με μια σχεδόν αόρατη θρησκευτικότητα, δημιουργώντας μια δυστοπική εικόνα του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος, με αιχμηρές και διακριτές κρίσεις για τον τεχνολογικό πολιτισμό, την αστική ηθική, για την Αμερική του Τραμπ, για την αναγκαιότητα της συλλογικής και προσωπικής Επανάστασης και για την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εποχής μας. Κατά τη γνώμη μας, το Blade Runner 2049 αποτελεί μία από τις κορυφαίες ταινίες του λεγόμενου “σκεπτόμενου” μπλοκμπάστερ, όχι μόνο της χρονιάς του αλλά και των προηγούμενων, που κάθε σινεφίλ αξίζει να δει: ένα πολιτικό νουάρ, επιστημονικής φαντασίας και ταινία αγωνίας που αμφισβητεί κι αυτή ακόμα την… ιλουστρασιόν δυστοπία του πρώτου Blade Runner, που ενώ επιχειρεί μια εμφανέστατη σύνδεση με το κύμα λατρείας της δεκαετίας του ’80, καταφέρνει τελικά να δημιουργήσει ένα σύγχρονο έπος, ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό μυθιστόρημα.
Ωστόσο, δεν απουσιάζουν οι αδυναμίες: η παρουσία του Τζάρεντ Λέτο στον ρόλο του Νιάντερ Γουάλας φαντάζει περιττή και συχνά αγγίζει τα όρια του γραφικού, ενώ το κάπως τετριμμένο, πιο «χολυγουντιανό» φινάλε αποδυναμώνει ελαφρώς τη συνολική τόλμη της αφήγησης. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να μειώσουν τη συνολική αξία ενός έργου που λειτουργεί ταυτόχρονα ως φόρος τιμής και ως αυτόνομη κινηματογραφική κατάθεση, επιβεβαιώνοντας ότι το σινεμά επιστημονικής φαντασίας μπορεί να είναι βαθιά πολιτικό, φιλοσοφικό και καλλιτεχνικά απαιτητικό.



