
Σήμερα στις 23:15 στο STAR
Το επικό ιστορικό δράμα του Mel Gibson για τον θρύλο του William Wallace και τον αγώνα των Σκωτσέζων για ανεξαρτησία, που αναβίωσε το κινηματογραφικό είδος της μεγάλης ιστορικής περιπέτειας και επηρέασε βαθιά τη λαϊκή εικόνα της μεσαιωνικής Σκωτίας
Η ταινία Braveheart αποτελεί ένα αμερικανικό επικό ιστορικό πολεμικό δράμα του 1995 σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Mel Gibson, ο οποίος πρωταγωνιστεί στον ρόλο του Σκωτσέζου πολεμιστή William Wallace κατά τον Πρώτο Πόλεμο της Σκωτσέζικης Ανεξαρτησίας. Στην ταινία εμφανίζονται επίσης οι Sophie Marceau, Patrick McGoohan, Catherine McCormack και Angus Macfadyen. Το σενάριο υπογράφει ο Randall Wallace και αντλεί έμπνευση από το επικό ποίημα του 15ου αιώνα «The Actes and Deidis of the Illustre and Vallyeant Campioun Schir William Wallace» του ποιητή Blind Harry, ένα έργο που συνέβαλε στη διαμόρφωση του θρύλου του Σκωτσέζου ήρωα.
Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από τις εταιρείες Icon Productions και The Ladd Company. Η διανομή στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά έγινε από την Paramount Pictures, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο από την 20th Century Fox. Η ταινία κυκλοφόρησε στις 24 Μαΐου 1995 και εξελίχθηκε σε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, κερδίζοντας θετικές κριτικές για τις σκηνές μάχης, την παραγωγική κλίμακα, τη μουσική επένδυση και τις ερμηνείες των ηθοποιών, παρά τις συζητήσεις που προκάλεσαν οι ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου.
Η ιστορία τοποθετείται στα τέλη του 13ου αιώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Σκωτία βρίσκεται υπό την πολιτική και στρατιωτική πίεση της Αγγλίας. Μετά τον θάνατο του βασιλιά των Σκωτσέζων χωρίς διάδοχο, ο βασιλιάς της Αγγλίας Edward I of England, γνωστός ως Longshanks, επιχειρεί να επιβάλει την κυριαρχία του στη χώρα. Μέσα σε αυτό το κλίμα συγκρούσεων, ο νεαρός William Wallace βιώνει την απώλεια του πατέρα και του αδελφού του κατά τη διάρκεια των πρώτων εξεγέρσεων εναντίον των Άγγλων. Μεγαλώνει υπό την προστασία του θείου του, ταξιδεύει στην Ευρώπη και επιστρέφει χρόνια αργότερα στην πατρίδα του.
Η επιστροφή του Wallace συμπίπτει με μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής έντασης στη Σκωτία. Η μυστική του ένωση με τη Murron MacClannough και η τραγική μοίρα της συζύγου του οδηγούν τον ήρωα σε ανοιχτή σύγκρουση με τις αγγλικές αρχές. Η εξέγερση που ξεκινά τοπικά εξελίσσεται σταδιακά σε ευρύτερο απελευθερωτικό αγώνα, με τον Wallace να συγκεντρώνει γύρω του Σκωτσέζους αγρότες, πολεμιστές και μέλη τοπικών φατριών.
Καθώς ο αγώνας εντείνεται, ο Wallace έρχεται αντιμέτωπος τόσο με τον αγγλικό στρατό όσο και με τις πολιτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της Σκωτίας. Πολλοί ευγενείς επιδιώκουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους μέσω συμβιβασμών με την αγγλική εξουσία, γεγονός που περιπλέκει την προσπάθεια για εθνική ενότητα. Στην πορεία της ιστορίας εμφανίζεται επίσης ο Robert the Bruce, ένας από τους βασικούς διεκδικητές του σκωτσέζικου θρόνου, ο οποίος θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του αγώνα για ανεξαρτησία.

Η ταινία παρουσιάζει την πορεία του Wallace από έναν άνθρωπο που επιδιώκει μια ήσυχη ζωή στην ύπαιθρο σε σύμβολο αντίστασης απέναντι στην αγγλική κυριαρχία. Η σύγκρουση κορυφώνεται με μεγάλες μάχες και πολιτικές ίντριγκες, ενώ η προσωπική του μοίρα συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική πορεία της Σκωτίας. Η αφήγηση κλείνει με τη μετάβαση της ηγεσίας του αγώνα στον Robert the Bruce, ο οποίος συνεχίζει τη σύγκρουση με τους Άγγλους και οδηγεί τους Σκωτσέζους σε μια καθοριστική αναμέτρηση.
Η μουσική της ταινίας γράφτηκε από τον βραβευμένο συνθέτη James Horner και εκτελέστηκε από την London Symphony Orchestra. Η δραματική και λυρική παρτιτούρα του Horner θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες κινηματογραφικές μουσικές της δεκαετίας του 1990 και συνέβαλε σημαντικά στη συναισθηματική δύναμη της ταινίας.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στην Ιρλανδία, με τη συμμετοχή περίπου 1.600 εφέδρων του ιρλανδικού στρατού ως κομπάρσων στις σκηνές μαχών. Η φωτογραφία του John Toll και η μεγάλη κλίμακα των πολεμικών σκηνών συνέβαλαν στη δημιουργία ενός εντυπωσιακού οπτικού αποτελέσματος που χαρακτηρίζει την ταινία.
Στην εμπορική της πορεία η ταινία συγκέντρωσε παγκοσμίως περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια, έναντι προϋπολογισμού περίπου 53 έως 72 εκατομμυρίων. Παράλληλα απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στην κινηματογραφική βιομηχανία. Στα Academy Awards κέρδισε πέντε βραβεία, ανάμεσά τους το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τον Mel Gibson, καθώς και τα βραβεία Καλύτερης Φωτογραφίας, Καλύτερου Μοντάζ Ηχητικών Εφέ και Καλύτερου Μακιγιάζ.

Παρά την επιτυχία της, η ταινία έχει δεχθεί έντονη κριτική από ιστορικούς για την απόκλιση από τα πραγματικά γεγονότα. Πολλά στοιχεία της πλοκής, όπως οι ενδυματολογικές λεπτομέρειες, οι πολιτικές σχέσεις της εποχής ή η απεικόνιση ορισμένων ιστορικών προσώπων, έχουν χαρακτηριστεί αναχρονιστικά ή ανακριβή. Ωστόσο ο ίδιος ο Mel Gibson έχει δηλώσει ότι η κινηματογραφική αφήγηση επιδίωξε περισσότερο δραματική ένταση παρά αυστηρή ιστορική αναπαράσταση.
Πιο αναλυτικά, ορισμένες από τις ιστορικές αποκλίσεις που έχουν επισημανθεί από την ιστορική έρευνα αφορούν συγκεκριμένα στοιχεία της αφήγησης. Για παράδειγμα, η ταινία παρουσιάζει ότι η αγγλική εξουσία είχε θεσπίσει το λεγόμενο “prima nocta”, δηλαδή το υποτιθέμενο δικαίωμα των φεουδαρχών να περνούν την πρώτη νύχτα με τις νεόνυμφες των υπηκόων τους. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις πως ένα τέτοιο δικαίωμα εφαρμόστηκε στη μεσαιωνική Βρετανία και αντιμετωπίζεται κυρίως ως μεταγενέστερος μύθος. Επιπλέον, η κινηματογραφική απεικόνιση των Σκωτσέζων πολεμιστών με κιλτ και βαμμένα πρόσωπα με μπλε χρώμα αποτελεί αναχρονισμό. Τα κιλτ εμφανίζονται ιστορικά αρκετούς αιώνες αργότερα, κυρίως από τον 16ο αιώνα και μετά, ενώ η πολεμική βαφή προσώπου συνδέεται περισσότερο με τους αρχαίους Πίκτες και όχι με τους Σκωτσέζους του 13ου αιώνα.
Η ταινία παρουσιάζει επίσης μια ρομαντική σχέση ανάμεσα στον William Wallace και την πριγκίπισσα Isabella of France. Σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, η Isabella ήταν περίπου εννέα ετών την εποχή της εκτέλεσης του Wallace το 1305 και δεν είχε ακόμη παντρευτεί τον μελλοντικό βασιλιά της Αγγλίας, γεγονός που καθιστά ιστορικά αδύνατη μια τέτοια συνάντηση. Ακόμη, σε μια από τις δραματικές σκηνές της ταινίας υπονοείται ότι ο Robert the Bruce πρόδωσε τον Wallace. Οι ιστορικές πηγές όμως δεν τεκμηριώνουν ότι ο Robert the Bruce συμμετείχε σε προδοσία του Wallace και η σκηνή αυτή θεωρείται δραματουργική επιλογή για την ενίσχυση της έντασης της αφήγησης. Τέλος, η αναπαράσταση της ιστορικής μάχης του Stirling Bridge διαφοροποιείται από τα ιστορικά δεδομένα, καθώς στην ταινία η σύγκρουση παρουσιάζεται σε ανοιχτή πεδιάδα χωρίς τη γέφυρα που έδωσε το όνομά της στη μάχη. Στην πραγματικότητα, η μάχη του 1297 κρίθηκε χάρη στη στρατηγική χρήση της στενής γέφυρας πάνω από τον ποταμό Forth, η οποία επέτρεψε στις δυνάμεις των Σκωτσέζων να αντιμετωπίσουν έναν αριθμητικά ισχυρότερο αγγλικό στρατό.
Η επίδραση της ταινίας υπήρξε ιδιαίτερα ισχυρή. Προκάλεσε αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον για τη σκωτσέζικη ιστορία και τον μύθο του William Wallace και συνέβαλε στην ενίσχυση του τουρισμού στη Σκωτία, ιδιαίτερα στην περιοχή του Stirling. Παράλληλα θεωρείται ότι επηρέασε την αναβίωση του επικού ιστορικού κινηματογράφου στα τέλη του 20ού αιώνα.

Το 2019 κυκλοφόρησε η ταινία Robert the Bruce, σε σκηνοθεσία του Richard Gray, η οποία λειτουργεί ως ανεπίσημη συνέχεια της ιστορίας και επικεντρώνεται στον αγώνα του βασιλιά Robert the Bruce για την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Στην ταινία επανεμφανίζεται ο Angus Macfadyen στον ίδιο ρόλο, παρουσιάζοντας τα γεγονότα που ακολουθούν την περίοδο της εκτέλεσης του Wallace.
Παρά τις ιστορικές ανακρίβειες που έχουν επισημανθεί, το Braveheart παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα επικά δράματα της σύγχρονης κινηματογραφικής ιστορίας. Η δραματική αφήγηση, η ένταση των μαχών και η εικόνα του William Wallace ως συμβόλου αντίστασης και ελευθερίας έχουν χαρίσει στην ταινία μια διαρκή θέση στη συλλογική μνήμη του παγκόσμιου κοινού.



