
Σήμερα στον ΣΚΑΙ στις 01:00
Ρεβιζιονιστικό γουέστερν με φόντο τα χιονισμένα τοπία της Δύσης και κάτω από τη σκιά του αμερικανικού Εμφυλίου
Πέντε χρόνια μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, η επιφανειακή ειρήνη αποδεικνύεται εύθραυστη. Στα χιονισμένα βουνά της αμερικανικής Δύσης, ο Γκίντεον ζει απομονωμένος, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα τραύματα του πολέμου. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία καταρρέει απότομα όταν γίνεται στόχος ενός αόρατου αλλά θανάσιμου κυνηγού: ο συνταγματάρχης Μόρσμαν Κάρβερ, παλιός αντίπαλος του από τα χρόνια της σύγκρουσης, εξαπολύει ένα αμείλικτο ανθρωποκυνηγητό με μοναδικό σκοπό την εκδίκηση. Η πρώτη σφαίρα που σκάβει το χιόνι σηματοδοτεί μόνο την αρχή. Ο Γκίντεον τραυματίζεται σοβαρά, αλλά καταφέρνει να διαφύγει, δίνοντας την αφορμή για μια εξαντλητική καταδίωξη μέσα από αφιλόξενα τοπία, που οδηγεί αναπόφευκτα σε μια τελική, μοιραία αναμέτρηση. Όσο οι δύο άνδρες πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, τόσο έρχονται αντιμέτωποι όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με το παρελθόν τους, τις επιλογές τους και το αβάσταχτο βάρος ενός πολέμου που, αν και τυπικά έχει λήξει, εξακολουθεί να καίει μέσα τους.
Την σκηνοθεσία υπογράφει ο Ντέιβιντ Φον Άνκεν, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ενώ το σενάριο συνυπογράφουν ο ίδιος και η Άμπι Έβερετ Τζακς. Πρωταγωνιστούν ο Λίαμ Νίσον στον ρόλο του συνταγματάρχη Κάρβερ και ο Πιρς Μπρόσναν ως Γκίντεον, πλαισιωμένοι από ένα εντυπωσιακό καστ: Μάικλ Γουίνκοτ, Ξάντερ Μπέρκλεϊ, Εντ Λότερ, Τομ Νούναν, Κέβιν Τζ. Ο’Κόνορ, Αντζέλικα Χιούστον και Γουές Στούντι.
Η ταινία βασίζεται κυρίως στη δυναμική σύγκρουση των δύο κεντρικών χαρακτήρων, με την αντιπαράθεση Νίσον – Μπρόσναν να αποτελεί τον βασικό δραματουργικό πυρήνα. Η μουσική του Χάρι Γκρέγκσον-Γουίλιαμς ενισχύει τον σκοτεινό και απειλητικό τόνο, ενώ η φωτογραφία του Τζον Τολ αξιοποιεί με μαεστρία το χιονισμένο, έρημο τοπίο, μετατρέποντάς το σε ενεργό κομμάτι της αφήγησης. Το μοντάζ του Κόνραντ Μπαφ Δ’ διατηρεί σταθερό ρυθμό αγωνίας, παρόλο που η πλοκή δεν ξεχειλίζει από ανατροπές. Γυρισμένη σε 48 ημέρες, κυρίως στο Νέο Μεξικό, με προϋπολογισμό περίπου 18 εκατομμυρίων δολαρίων, η ταινία είχε περιορισμένη εμπορική επιτυχία, με εισπράξεις που δεν ξεπέρασαν το 1,2 εκατομμύρια. Αρχικά, τον ρόλο του Γκίντεον επρόκειτο να αναλάβει ο Ρίτσαρντ Γκιρ, που τελικά αποχώρησε για άλλη παραγωγή. Σε επίπεδο αναφορών, έχει συγκριθεί με ρεβιζιονιστικά γουέστερν όπως το «Outlaw Josey Wales» (1976) του Κλιντ Ίστγουντ, αλλά και με το «Jeremiah Johnson», τόσο θεματικά όσο και στη χρήση του φυσικού περιβάλλοντος.

Η αφήγηση κινείται σε αγωνιώδες ύφος, όπου η βία κυριαρχεί ως κύριο και αποκλειστικό εκφραστικό εργαλείο. Μια σειρά από σκληρές, αιματηρές σκηνές συνθέτουν ένα οδοιπορικό σχεδόν μιάμισης ώρας, που λειτουργεί ως μεταφορά για τον Εμφύλιο Πόλεμο: μια σύγκρουση που δεν έληξε ποτέ ουσιαστικά, αλλά μεταφέρθηκε στις ψυχές όσων την έζησαν. Παράλληλα, η ταινία θέτει ένα ηθικό δίλημμα γύρω από την εκδίκηση και την αμφισημία των πράξεων, χωρίς όμως να το ξεκαθαρίζει πλήρως παρά μόνο προς το τέλος, όπου οδηγείται σε ένα, αρκετά ενδιαφέρον, μεταφυσικό φινάλε με έντονες βιβλικές αποχρώσεις.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στη σκληρότητα της βίας και στην πρόθεση μιας ειρηνικής κατάληξης, με τους ήρωες να καταδικάζουν τον πόλεμο και το μίσος που γεννά –ιδιαίτερα σε εμφύλιες συγκρούσεις. Ωστόσο, αυτή η πρόθεση συχνά συγκρούεται με την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα, όπου η μία ωμή σκηνή διαδέχεται την άλλη, δημιουργώντας μια παρατεταμένη αμφισημία ως προς το τελικό μήνυμα. Στη σύγχυση αυτή συντελεί και ο ελληνικός τίτλος διανομής «Εχθροί για πάντα», που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το νόημα του φινάλε, το οποίο –έστω και καθυστερημένα– καλεί σε τερματισμό των εχθροτήτων. Έτσι, το φιλμ καταλήγει να στέκεται αμήχανα ανάμεσα στη βία που απεικονίζει και στην ειρηνική πρόταση που προσπαθεί να διατυπώσει.



