
Ο Γκάι Ρίτσι στον γκανγκστερικό κόσμο του Λος Άντζελες, με σασπένς, βία και ένα remake που σέβεται το πρωτότυπο
Ο Πάτρικ Χιλ (Τζέισον Στέιθαμ) προσλαμβάνεται ως φύλακας ασφαλείας σε μια εταιρεία μεταφοράς μετρητών, λίγους μήνες μετά από μια αιματηρή ληστεία που συγκλόνισε την προηγούμενη ομάδα. Σιωπηλός, αποφασισμένος και με σκοτεινό παρελθόν, ο Χιλ δεν είναι απλώς ένας φύλακας· βρίσκεται εκεί βάσει ενός προσεκτικά μελετημένου σχεδίου. Το φιλμ είναι το αμερικανο-βρετανικό remake της γαλλικής περιπέτειας εκδίκησης Le Convoyeur (2004) και διατηρεί τη βασική δομή της πρωτότυπης ιστορίας, προσθέτοντας όμως την κινηματογραφική υπογραφή του Γκάι Ρίτσι.
Η αφήγηση της ταινίας είναι μη γραμμική, με διαρκή φλας μπακ που αποκαλύπτουν σταδιακά τα κίνητρα των χαρακτήρων και τα γεγονότα της αρχικής ληστείας. Η τεθλασμένη δομή δημιουργεί σασπένς και μυστήριο, δίνοντας μια φρέσκια ανάγνωση σε μια χιλιοειπωμένη ιστορία εκδίκησης. Οι χαρακτήρες είναι σχηματικοί, αλλά η εστίαση στον «Η» επιτρέπει στο κοινό να παρακολουθήσει με ένταση την πορεία της εκδίκησής του, χωρίς να χάνεται σε περιττές υποπλοκές. Ο Γκάι Ρίτσι αξιοποιεί εδώ την πλήρη γκάμα της κινηματογραφικής του αισθητικής: από σκηνές αιματοβαμμένης δράσης και ταχύτατους ρυθμούς, μέχρι τη χρήση έντονης κινηματογραφικής κάμερας και βιντεοκλιπίστικης ενέργειας. Παράλληλα, η ταινία διατηρεί στοιχεία κλασικού νουάρ, με σιωπηλό ήρωα, σκοτεινή ατμόσφαιρα και ηθική γκριζαδική. Η μετάβαση από τις βρετανικές γκάνγκστερ ιστορίες σε ένα αμερικανικό σκηνικό δίνει νέα δυναμική στο σενάριο, αν και η «στουντιακή» αισθητική και η έλλειψη βάθους στους δευτερεύοντες χαρακτήρες περιορίζουν την ατμοσφαιρική γοητεία του φιλμ.

Η παρουσία του Τζέισον Στέιθαμ είναι κομβική· χειρίζεται με δεξιοτεχνία το ρόλο του μυστηριώδους εκδικητή, δίνοντας ένταση και φυσικότητα στις σκηνές δράσης. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο Άντι Γκαρσία και ο Σκοτ Ίστγουντ, προσφέρουν στιγμές ενδιαφέροντος, χωρίς όμως να κλέβουν την παράσταση. Η προβλεψιμότητα της πλοκής είναι εμφανής, αλλά η σφιχτή σκηνοθεσία και η δυναμική δράση κρατούν τον θεατή αφοσιωμένο. Στο σύνολό της, η ταινία είναι μια έντονη περιπέτεια εκδίκησης που προσφέρει όσα υπόσχεται: σασπένς, βία, στιλιστική άνεση και μία old-school δράση που ικανοποιεί τους λάτρεις του είδους. Παρά τις αδυναμίες της σε βάθος χαρακτήρων και ατμόσφαιρας, το φιλμ διασκεδάζει και αποδεικνύει ότι ο Ρίτσι ξέρει ακόμη να χειρίζεται τη δράση και τον ρυθμό του σινεμά του.
Το remake του Le Convoyeur είναι μια ταινία που απολαμβάνεται κυρίως χάρη στον Στέιθαμ και την κινηματογραφική τεχνική του Ρίτσι, αλλά χάνει τη μαγεία των παλιών βρετανικών γκανγκστερικών ιστοριών στην προσπάθειά του να αμερικανίσει την αφήγηση. Η μη γραμμική δομή προσθέτει ενδιαφέρον, αλλά η έλλειψη βάθους στους δευτερεύοντες χαρακτήρες και η προβλεψιμότητα της πλοκής υπενθυμίζουν ότι, παρότι ψυχαγωγικό, το φιλμ μένει ένα τυπικό action remake που δεν καταφέρνει να επαναφέρει πλήρως τη φήμη του Ρίτσι στα ύψη. Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση old-school δράσης και η σφιχτή σκηνοθεσία κάνουν το «Ένας Οργισμένος Άνδρας Εκδικείται» μια εμπειρία που αξίζει να δει κανείς στη σκοτεινή αίθουσα.



