
Σήμερα στις 22:45 στον ΣΚΑΙ
Μια πρώην μαφιόζικη οικογένεια προσπαθεί να ενσωματωθεί στη γαλλική επαρχία. Όμως η βία και τα… αμερικανικά της αντανακλαστικά δεν μένουν πίσω
Η ταινία «The Family» (ελληνικός τίτλος: «Επικίνδυνη Οικογένεια», 2013), βασισμένη στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Malavita» του Τονίνο Μπενακουίστα (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα) κι αποτελεί μια γαλλοαμερικανική συμπαραγωγή που, παρά το νορμανδικό της σκηνικό, γέρνει εμφανώς προς την αμερικανική κινηματογραφική παράδοση. Η ιστορία ακολουθεί μια οικογένεια πρώην μαφιόζων από το Μπρούκλιν, οι οποίοι, μετά τη συνεργασία του πατέρα με το FBI, εντάσσονται σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και μεταφέρονται σε μια φαινομενικά ήσυχη κωμόπολη της Νορμανδίας. Εκεί, υπό τα νέα ονόματα Μπλέικ, επιχειρούν να ενσωματωθούν σε μια κοινωνία που τους είναι πολιτισμικά ξένη, ενώ το παρελθόν τους εξακολουθεί να τους καταδιώκει.
Σκηνοθετημένη από τον Λυκ Μπεσόν, δημιουργό ταινιών όπως «Το Απέραντο Γαλάζιο», «Leon: The Professional» και «Το Πέμπτο Στοιχείο», η ταινία απομακρύνεται από το βιντεοκλιπικό, στιλιζαρισμένο ύφος που συχνά χαρακτηρίζει το έργο του και υιοθετεί έναν πιο συγκρατημένο, αν και όχι ιδιαίτερα ρεαλιστικό, τόνο. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία με νουάρ αποχρώσεις, που συνδυάζει σαρκασμό, παρωδία γκανγκστερικών μοτίβων και ξεσπάσματα σαδιστικής βίας.
Πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο του Φρεντ Μανζόνι, ενός «μετανοημένου» μαφιόζου που προσπαθεί – μάλλον ανεπιτυχώς – να προσαρμοστεί στη νέα του ταυτότητα. Η παρουσία του λειτουργεί διακειμενικά, καθώς ο ηθοποιός έχει ταυτιστεί όσο λίγοι με το είδος της μαφιόζικης ταινίας, ιδίως μετά τα «Καλά Παιδιά». Σε μια αυτοαναφορική σκηνή, ο χαρακτήρας του καλείται να σχολιάσει την ταινία σε τοπική κινηματογραφική λέσχη, προσφέροντας ένα ειρωνικό παιχνίδι ανάμεσα στον ρόλο και τη φιλμογραφική μνήμη του ηθοποιού. Δίπλα του, η Μισέλ Φάιφερ, με παρελθόν σε γκανγκστερικά φιλμ όπως το «Scarface», ενσαρκώνει μια σύζυγο που ισορροπεί ανάμεσα στη νοικοκυρά της επαρχίας και τη μοιραία γυναίκα με βίαια αντανακλαστικά. Ο Τόμι Λι Τζόουνς, στον ρόλο του πράκτορα που επιβλέπει την οικογένεια, προσδίδει κύρος και λεπτή ειρωνεία, λειτουργώντας ως ο φαινομενικά ορθολογικός πόλος απέναντι στο χάος των προστατευόμενών του.

Η ταινία δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη μαφία ως οργανωμένο έγκλημα, όσο για την καθημερινότητα μιας οικογένειας που αδυνατεί να αποβάλει τα αντανακλαστικά της βίας. Το πολιτισμικό σοκ παρουσιάζεται μέσα από μια σειρά εθνολογικών κλισέ: η γαλλική επαρχία εμφανίζεται ανιαρή, οι ντόπιοι κουμπωμένοι και αφιλόξενοι, τα ράφια των καταστημάτων στερούνται «απαραίτητων» αμερικανικών προϊόντων, ενώ ακόμη και η μεταγλώττιση του «Dallas» γίνεται αφορμή ειρωνείας. Σε αντιδιαστολή, οι Μπλέικ προβάλλονται ως δυναμικοί, εφευρετικοί και ακαταμάχητοι. Το υπόγειο – ή και απροκάλυπτο – μήνυμα ότι «είναι καλύτερο να είσαι Αμερικανός» διατρέχει το πρώτο μέρος της ταινίας, υπονομεύοντας την ισορροπία ανάμεσα στην παρωδία και την αυτάρεσκη αναπαραγωγή στερεοτύπων. Βέβαια, υπάρχει και μια δεύτερη -τόσο σατιρική όσο και βαθια κοινωνική- ανάγνωση που αναδεικνύει ότι οι Αμερικανοί δεν είναι αποδεκτοί παρά την πολιτιστική τους υπεροπλία.
Δομικά, η αφήγηση ξεκινά και κλείνει με μετακίνηση της οικογένειας προς νέο κρησφύγετο, υπογραμμίζοντας την προσωρινότητα κάθε εγκατάστασης. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία, η ιστορία απλώνεται σε επεισοδιακές συγκρούσεις: σχολικοί εκφοβισμοί που απαντώνται με μαφιόζικες μεθόδους, μικροαστικές διαφορές που οδηγούν σε εκρήξεις, υποπλοκές που ανοίγουν χωρίς πάντα να ολοκληρώνονται. Η απειλή της νεοϋορκέζικης μαφίας λειτουργεί ως καταλύτης για το τελικό ξέσπασμα βίας, ένα λουτρό αίματος που μετατρέπει τη γαλλική επαρχία σε σκηνικό αμερικανικού action.
Η «Επικίνδυνη Οικογένεια» κινείται διαρκώς ανάμεσα σε μια καλοδεχούμενη ελαφρότητα και στο βίαιο, ωμό ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Οι τονικές μεταπτώσεις, από τη χαριτωμένη φάρσα στη σκληρή βία, δεν ενοποιούνται πάντα οργανικά ενώ αρκετές υποπλοκές μένουν μετέωρες. Παρ’ όλα αυτά, το φιλμ διαθέτει σπιρτάδα και δυναμική, ιδίως χάρη στις ερμηνείες, και μια διάθεση αυτοσαρκασμού που αποτρέπει την πλήρη κατάρρευση της ισορροπίας του.
Συμπερασματικά, η ταινία μπορεί να ιδωθεί ως μια παιγνιώδης αλλά άνιση άσκηση ύφους. Ο Μπεσόν συλλαμβάνει την ιδέα με αυθεντικό αμερικανικό ένστικτο και τη ντύνει με γαλλική ειρωνεία, χωρίς όμως να αποφεύγει τις ευκολίες και τα στερεότυπα. Το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε ένα στιβαρό γκανγκστερικό δράμα ούτε μια απολύτως επιτυχημένη μαύρη κωμωδία αλλά ένα υβρίδιο που προσφέρει στιγμές διασκέδασης αλλά δεν αποκτά ουσιαστικό βάθος. Ίσως να μην είναι και πρόθεση του σκηνοθέτη, σίγουρα δεν είναι του συγγραφέα του πρωτότυπου υλικού. Εκεί όπου πραγματικά κερδίζει είναι στη χημεία των πρωταγωνιστών και στη μετα-κινηματογραφική του διάσταση, που επιτρέπει στον Ντε Νίρο να παίξει με τον ίδιο του τον μύθο. Έτσι, παρά τις αφηγηματικές αδυναμίες και τις τονικές ασυνέχειες, η «Επικίνδυνη Οικογένεια» παραμένει ένα πικάντικο, ελαφρώς αμοραλιστικό θέαμα, που βλέπεται ευχάριστα χωρίς να αφήνει βαθύ αποτύπωμα.



