
Σήμερα στις 23:15 στο STAR
Η δύναμη των συμβόλων και η πολιτική της μνήμης σε μια ταινία-σταθμό για την 7η και την 9η τέχνη
Η κινηματογραφική μεταφορά του 2005, σε σκηνοθεσία του James McTeigue και σενάριο των Lana και Lilly Wachowski, αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά πολιτικά δυστοπικά θρίλερ των τελευταίων δεκαετιών. Βασισμένη στο ομότιτλο κόμικ των Alan Moore και David Lloyd, η ταινία μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια αφήγηση που δεν περιορίζεται στη σύγκρουση καλού και κακού, αλλά εμβαθύνει στη σχέση εξουσίας και φόβου, ελευθερίας και ευθύνης.
Στο Λονδίνο ενός κοντινού, σκοτεινού μέλλοντος, η χώρα κυβερνάται από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η Ίβι Χάμοντ, την οποία ερμηνεύει με εύθραυστη ένταση η Natalie Portman, συναντά τον μυστηριώδη V, τον οποίο υποδύεται ο Hugo Weaving πίσω από τη μάσκα του Guy Fawkes.
Η αποτύπωση της δυστοπίας στο έργο αντλεί από μια μακρά παράδοση. Στη λογοτεχνία, από τον George Orwell και το «1984» έως τον Aldous Huxley και τον «Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο», η δυστοπία λειτουργεί ως προειδοποιητικό όραμα. Στα κόμικς, το ίδιο το έργο του Moore αναδεικνύει τη δύναμη της εικονογραφημένης αφήγησης να συνδυάζει πολιτική θεωρία και λαϊκή κουλτούρα. Στον κινηματογράφο, η δυστοπία συχνά αποκτά θεαματικότητα· εδώ όμως δεν λειτουργεί μόνο ως σκηνικό εντυπωσιασμού, αλλά ως υπαρξιακό και πολιτικό πεδίο. Η ταινία επιλέγει συνειδητά την αισθητική των κόμικς: έντονα κοντράστ, θεατρικές κινήσεις, ρητορικούς μονολόγους. Αυτή η επιλογή, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπερβολή, τελικά λειτουργεί υπέρ της αλληγορίας. Η υπερβολή δεν ακυρώνει τη σοβαρότητα· τη μετατρέπει σε μύθο. Και ο μύθος, όταν είναι πολιτικός, αποκτά διάρκεια.
Το έργο μιλά καθαρά για την κατασκευή του φόβου ως εργαλείου εξουσίας. Και, ίσως χωρίς να είναι στις αρχικές προθέσεις των δημιουργών της, παραμένει επίκαιρη και στις μέρες μας όπου ένας ιός, μια ενορχηστρωμένη απειλή, μια κοινωνία που αποδέχεται την περιστολή δικαιωμάτων στο όνομα της ασφάλειας αποτελούν κεντρικά θέματα των καθημερινών προβληματισμών μας. Δείχνει πώς η ελευθερία παραδίδεται σταδιακά, πώς η σιωπή (υπό όρους) μπορεί να γίνει συνενοχή, πώς η κανονικότητα οικοδομείται πάνω στον κοινωνικό αποκλεισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι μάσκα του Guy Fawkes πέρασε από την οθόνη στον δρόμο, υιοθετημένη από την ομάδα των Anonymous και από πλήθος διαδηλωτών διεθνώς δείχνοντας ότι όταν ένα κινηματογραφικό σύμβολο μετατρέπεται σε πολιτικό έμβλημα, τότε η τέχνη έχει υπερβεί τα όριά της και έχει εισέλθει στον δημόσιο χώρο.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα αφορά τον ίδιο τον V. Είναι ένας επαναστάτης που προκύπτει έξω από την κοινωνία ή γεννιέται μέσα από τα σπλάχνα της; Η ταινία αφήνει σκόπιμα κενά. Ο V δεν εμφανίζεται ως λαϊκός ηγέτης με κάποιο βιογραφικό αγώνων και μαχών. Είναι προϊόν ενός πειράματος, θύμα ενός στρατοπέδου, επιζών ενός μηχανισμού απανθρωποποίησης. Δεν γεννήθηκε επαναστάτης, διαμορφώθηκε από τη βία της εξουσίας. Και ωστόσο, στο τέλος, η μορφή του διαλύεται μέσα στο πλήθος. «Ήταν όλοι μας», λέει η Ίβι. Η επανάσταση παύει να είναι υπόθεση ενός προσώπου και γίνεται υπόθεση της συλλογικής συνείδησης.
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, η ταινία μοιάζει λιγότερο φανταστική και περισσότερο οικεία. Η συζήτηση για την παρακολούθηση, τη χειραγώγηση των μέσων, τη διασπορά φόβου, την εργαλειοποίηση κρίσεων, παραμένει ζωντανή. Η δυστοπία εδώ δεν λειτουργεί ως μακρινό σενάριο αλλά ως ενδεχόμενο που ελλοχεύει. Κι όμως, το έργο δεν οδηγεί στην απόγνωση. Διατηρεί μια ήρεμη αλλά σταθερή πίστη ότι οι κοινωνίες μπορούν να αφυπνιστούν, ότι οι ιδέες επιβιώνουν των σωμάτων, ότι η μνήμη είναι μορφή αντίστασης. Παρά την αποστασιοποίηση του Alan Moore από την κινηματογραφική εκδοχή, η ταινία στέκεται αυτόνομα. Με τη μουσική κορύφωση της «1812 Overture» του Pyotr Ilyich Tchaikovsky, με την εμβληματική παρουσία του John Hurt ως αυταρχικού ηγέτη, με τη λεπτή μεταμόρφωση της Ίβι από φοβισμένη υπάλληλο σε συνειδητοποιημένη πολίτη, συγκροτεί ένα σύνολο που λειτουργεί αισθητικά και ιδεολογικά.
Το «V for Vendetta» δεν είναι απλώς μια ταινία δράσης με πολιτική διάσταση. Είναι μια στοχαστική αλληγορία για τη δημοκρατία ως διαρκές αίτημα. Η δυστοπία του δεν μας απομακρύνει από την πραγματικότητα· μας την επιστρέφει πιο καθαρή. Και μέσα από τη μάσκα, μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτάται.



