
Αδημοσίευτο υλικό από την Πρωτομαγιά της Κατοχής εντοπίστηκε σε διαδικτυακή δημοπρασία και ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τη διαχείριση των ιστορικών τεκμηρίων και τη συλλογική μνήμη
Για πρώτη φορά, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Σκοπευτήριο Καισαριανής, φωτογραφίες από εκείνη την ημέρα βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Το υλικό, που φέρεται να αναρτήθηκε σε διαδικτυακή πλατφόρμα δημοπρασιών από πωλητή του εξωτερικού, αποτυπώνει στιγμές λίγο πριν από την εκτέλεση της Πρωτομαγιάς του 1944, όταν οι δυνάμεις της ναζιστικής Γερμανίας προχώρησαν στην ομαδική δολοφονία 200 πολιτικών κρατουμένων.
Οι εικόνες, μικρού μεγέθους αλλά υψηλής ευκρίνειας, θεωρούνται τα πρώτα γνωστά οπτικά τεκμήρια από την ίδια τη διαδικασία της μεταγωγής και της αναμονής πριν από την εκτέλεση. Μέχρι σήμερα, το γεγονός ήταν βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη μέσα από μαρτυρίες, λογοτεχνικές αναφορές και ιστορικές μελέτες, όχι όμως μέσα από φωτογραφικά καρέ της ίδιας της στιγμής.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι φωτογραφίες αποδίδονται πιθανότατα σε Γερμανό στρατιώτη που βρισκόταν στο σημείο. Απεικονίζουν τους μελλοθάνατους να φτάνουν με φορτηγά από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, να κατεβαίνουν και να οδηγούνται προς τον χώρο της εκτέλεσης. Σε ορισμένα στιγμιότυπα διακρίνονται καθαρά τα πρόσωπά τους. Τα κεφάλια κουρεμένα, τα ρούχα λιτά και φθαρμένα από τις φυλακές και τις εξορίες, το βλέμμα σταθερό.
Η εκτέλεση της 1ης Μαΐου 1944 αποτέλεσε αντίποινο των κατοχικών αρχών για την ενέδρα και τον θάνατο Γερμανού στρατηγού στη Λακωνία. Οι 200 είχαν επιλεγεί από κρατούμενους που βρίσκονταν ήδη για χρόνια στις φυλακές, πολλοί από την εποχή του καθεστώτος Μεταξά, και είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου πριν οδηγηθούν στην Καισαριανή. Μετά την εκτέλεση, οι σοροί τους μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών και ενταφιάστηκαν σε ατομικούς τάφους.

Ο φακός του κατακτητή και το βλέμμα των μελλοθανάτων
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι λήψεις δεν είναι μακρινές ή ασαφείς. Καταγράφουν λεπτομέρειες που μετατρέπουν την αφηρημένη έννοια του ηρωισμού σε απτή εικόνα. Σε ένα καρέ, οι κρατούμενοι βαδίζουν σε ομάδες. Σε άλλο, διακρίνονται παρατεταγμένοι μπροστά στον τοίχο του Σκοπευτηρίου. Υπάρχουν φωτογραφίες όπου φαίνονται πεταμένα ρούχα όσων προηγήθηκαν. Σε μία από τις εικόνες, ένας από τους μελλοθάνατους υψώνει το χέρι του σε γροθιά.
Η αντίθεση ανάμεσα στην καθημερινότητα που συνεχίζεται και στη βία που πρόκειται να εκδηλωθεί είναι έντονη. Η ημέρα ήταν ανοιξιάτικη. Ο ουρανός καθαρός. Το φως πέφτει στα πρόσωπα των ανδρών την ώρα που κάνουν τα τελευταία τους βήματα. Η ιστορική αφήγηση μιλούσε για ψυχραιμία, για αξιοπρέπεια, για τραγούδι καθ’ οδόν προς την εκτέλεση. Οι φωτογραφίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα, προσθέτοντας οπτικό βάθος σε μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της Κατοχής.
Το γεγονός ότι οι εικόνες τραβήχτηκαν από την πλευρά του κατακτητή δημιουργεί ένα επιπλέον ιστορικό και ηθικό φορτίο. Ο φακός που απαθανατίζει τη σκηνή ανήκει σε έναν στρατιώτη της Βέρμαχτ. Το υλικό ενδεχομένως προοριζόταν ως προσωπικό ενθύμιο ή ως τεκμήριο υπηρεσίας. Σήμερα, όμως, αποκτά διαφορετική σημασία, καθώς λειτουργεί ως αδιάψευστη μαρτυρία ενός εγκλήματος πολέμου.
Ιστορικοί επισημαίνουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες πέρασαν από την κατεχόμενη Ελλάδα την περίοδο 1941 έως 1944. Πολλοί είχαν μαζί τους φωτογραφικές μηχανές και κατέγραφαν συστηματικά στιγμές της καθημερινότητας και των επιχειρήσεων. Εκατομμύρια φωτογραφίες της περιόδου εξακολουθούν να εμφανίζονται σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρασίες στο εξωτερικό. Το συγκεκριμένο υλικό, ωστόσο, ξεχωρίζει λόγω της βαρύτητας του γεγονότος που αποτυπώνει.


Η δημοπρασία και το ζήτημα της ιστορικής ευθύνης
Η ανάρτηση των φωτογραφιών σε πλατφόρμα δημοπρασιών προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Φορείς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ιστορικής μνήμης υπογραμμίζουν ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους, πρόκειται για τεκμήρια εξαιρετικής ιστορικής και ηθικής σημασίας.
Οι Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού, πρόγραμμα που αναπτύσσει δράσεις, σεμινάρια και εκθέσεις για την ανασύσταση της μνήμης, εξέφρασαν δημόσια τον προβληματισμό τους για τη διάθεση του υλικού προς πώληση. Όπως επισημαίνουν, δεν πρόκειται για ουδέτερα συλλεκτικά αντικείμενα αλλά για φωτογραφίες ανθρώπων που οδηγούνται στην εκτέλεση από το ναζιστικό καθεστώς. Η εμπορική τους αξιοποίηση εγείρει σοβαρά ζητήματα σεβασμού απέναντι στα θύματα και στη συλλογική μνήμη.
Στην ανακοίνωσή τους καλούν θεσμικούς φορείς, αρχεία, μουσεία και δημόσιες υπηρεσίες να εξετάσουν τρόπους διασφάλισης του υλικού σε δημόσιο ή αρχειακό πλαίσιο, ώστε να είναι προσβάσιμο για επιστημονική έρευνα και τεκμηριωμένη παρουσίαση. Παράλληλα, επισημαίνουν την ευθύνη πολιτικών φορέων που συνδέονται ιστορικά με τους εκτελεσθέντες, μεταξύ των οποίων και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, δεδομένου ότι η πλειονότητα των θυμάτων ήταν μέλη ή στελέχη του.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει δεν αφορά μόνο την αυθεντικότητα των φωτογραφιών αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης παρόμοιων τεκμηρίων. Ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος φύλαξης και παρουσίασής τους. Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη αγοραπωλησία ιστορικού υλικού και στην ηθική υποχρέωση προστασίας της μνήμης.
Οι 200 της Καισαριανής δεν αποτελούν απλώς μια καταγραφή σε σχολικά εγχειρίδια. Το γεγονός έχει ενσωματωθεί βαθιά στην πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας, συμβολίζοντας την Αντίσταση και το τίμημα που κατέβαλαν πολιτικοί κρατούμενοι της εποχής. Οι νέες εικόνες δεν αλλάζουν την ιστορική γνώση, αλλά την εμπλουτίζουν και την καθιστούν πιο απτή.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν τα συγκεκριμένα καρέ θα καταλήξουν σε ιδιωτική συλλογή ή αν θα ενταχθούν σε δημόσιο αρχείο, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης και τεκμηριωμένης παρουσίασης. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιοποίησή τους επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο δραματικές σελίδες της Κατοχής και υπενθυμίζει ότι η μνήμη δεν είναι στατική. Ανανεώνεται, δοκιμάζεται και απαιτεί διαρκή φροντίδα και προστασία.
Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece
(Πηγές: Greece at WWII Archives, Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού, Ιάσονας Χανδρινός)





