
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες των ελληνικών Αρχών για την υπόθεση κατασκοπείας που έχει προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό στους κόλπους της άμυνας και της ασφάλειας της χώρας. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας 54χρονος σμήναρχος της Πολεμική Αεροπορία, ο οποίος συνελήφθη και φέρεται να ομολόγησε ότι μετέδιδε άκρως απόρρητες στρατιωτικές πληροφορίες σε σύνδεσμό του στην Κίνα.
Ο αξιωματικός έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, ενώ αντιμετωπίζει εξαιρετικά βαριές κατηγορίες, που επισύρουν ακόμη και την ποινή των ισοβίων. Παράλληλα, εξετάζεται και το ενδεχόμενο αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας, εφόσον αποδειχθεί πλήρως η έκταση της δράσης του.
Στενή παρακολούθηση και αιφνιδιαστική σύλληψη
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι πρώτες ενδείξεις για τη δράση του έφτασαν στις Αρχές τον περασμένο Οκτώβριο. Από εκείνη τη στιγμή, τέθηκε υπό διακριτική αλλά στενή παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Οι κινήσεις του χαρτογραφήθηκαν επί μήνες, μέχρι να συγκεντρωθούν τα κρίσιμα στοιχεία που οδήγησαν στη σύλληψή του.
Ο σμήναρχος υπηρετούσε ως Διοικητής Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών σε μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας στο Καβούρι Βουλιαγμένης, έχοντας πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής διαβάθμισης. Για περίπου 18 μήνες, φέρεται να μετέδιδε εμπιστευτικά δεδομένα σε σύνδεσμό του στην Κίνα, με τον οποίο είχε έρθει σε επαφή στο πλαίσιο συνεδρίου του ΝΑΤΟ.
Ένα βιογραφικό που προκαλεί αίσθηση
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σοκαριστική αν αναλογιστεί κανείς το επαγγελματικό υπόβαθρο του αξιωματικού. Ο 54χρονος θεωρούνταν ιδιαίτερα ικανός και καταρτισμένος, με πιστοποίηση ως τακτικός αξιολογητής του ΝΑΤΟ στον τομέα των Επικοινωνιών και Συστημάτων Πληροφορικής (CIS).
Στο παρελθόν είχε υπηρετήσει σε κρίσιμες θέσεις, όπως σε μονάδες ραντάρ και τηλεπικοινωνιών, στη Διοίκηση Αεροπορίας του ΓΕΕΦ στην Κύπρο, αλλά και ως Τμηματάρχης Ηλεκτρονικού Πολέμου και Εξομοιωτών Πτήσης στο ΓΕΑ. Ένα προφίλ που, σύμφωνα με αναλυτές, τον καθιστούσε «ιδανικό στόχο στρατολόγησης».
Πώς μετέδιδε τα απόρρητα στοιχεία
Η μέθοδος που ακολουθούσε ήταν ιδιαίτερα εξελιγμένη. Όπως προκύπτει από τις έρευνες, αξιοποιούσε την πρόσβασή του σε διαβαθμισμένα συστήματα, συνέλεγε τα δεδομένα και τα μετέτρεπε σε αρχεία QR Code. Στη συνέχεια, τα απέστελλε μέσω κρυπτογραφημένου λογισμικού στους αποδέκτες του στο εξωτερικό, λαμβάνοντας σημαντικές χρηματικές αμοιβές.
Παράλληλα, διερευνάται αν επιχείρησε να στρατολογήσει και άλλα άτομα από το επαγγελματικό ή προσωπικό του περιβάλλον, προσφέροντας οικονομικά ανταλλάγματα για διαρροή στρατιωτικών πληροφοριών.
Στο μικροσκόπιο και πιθανό δίκτυο κατασκοπείας
Οι Αρχές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο η υπόθεση να μην αφορά μεμονωμένη δράση. Εξετάζεται αν υπήρχε ευρύτερο δίκτυο κατασκοπείας, καθώς και αν εμπλέκονται «βιτρίνες» εταιρειών που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι φορείς συλλογής πληροφοριών.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η υπόθεση αναδεικνύει τον αυξανόμενο ρόλο μη κρατικών σχημάτων και εταιρικών δομών στη σύγχρονη κατασκοπεία, καθιστώντας ακόμη πιο σύνθετο το έργο των υπηρεσιών ασφαλείας.



