
Η επιλογή του Κρίστοφερ Νόλαν να αναθέσει τον ρόλο της Ωραίας Ελένης σε μαύρη ηθοποιό στη νέα κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσεια άνοιξε έναν κύκλο έντονων αντιδράσεων που ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της απλής κριτικής. Τη σπίθα άναψε ο Έλον Μασκ, ο οποίος σχολίασε ότι ο Νόλαν «έχασε την αξιοπιστία του». Από εκεί και πέρα, τα social media πήραν φωτιά.
Η βασική ένσταση όσων αντιδρούν είναι ξεκάθαρη: η Ελένη ήταν Ελληνίδα, άρα – κατά τη δική τους αντίληψη – δεν θα μπορούσε να είναι μαύρη. Η επιλογή αυτή θεωρείται από κάποιους προσβολή στον Όμηρο, αλλοίωση της πολιτισμικής ταυτότητας και παραχάραξη ενός «ιερού» αφηγήματος. Κάπου εκεί αρχίζει και η πραγματική σύγχυση.
Η Οδύσσεια, όμως, δεν είναι ιστορικό ντοκουμέντο. Είναι μυθοπλασία. Και μάλιστα ένα έργο που εδώ και αιώνες επανερμηνεύεται, διασκευάζεται και μετασχηματίζεται χωρίς να προκαλεί τέτοια συλλογική αγανάκτηση. Σύγχρονοι συγγραφείς έχουν ανατρέψει πρόσωπα, κίνητρα και πλοκές, έχουν μετακινήσει ήρωες σε άλλους τόπους και χρόνους, έχουν ξαναγράψει την ιστορία από την αρχή. Κι όμως, κανείς δεν ενοχλήθηκε σοβαρά.

Το παράδοξο είναι ότι το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι η καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά το… χρώμα. Μπορείς να αλλάξεις την αφήγηση, να προσθέσεις ή να αφαιρέσεις επεισόδια, να ξαναδείς σχέσεις και χαρακτήρες – αρκεί η Ελένη να μείνει εντός μιας συγκεκριμένης φυλετικής εικόνας. Εκεί τραβιέται η κόκκινη γραμμή.
Στο θέατρο, αντίστοιχες αλλαγές περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Οι αρχαίες τραγωδίες ανεβαίνουν με ριζοσπαστικές σκηνοθεσίες, σύγχρονες αναγνώσεις και ανατροπές χωρίς να μιλά κανείς για «ύβρη». Γιατί λοιπόν ο κινηματογράφος προκαλεί τόσο μεγαλύτερη ένταση;
Η απάντηση βρίσκεται στην καθολικότητα της εικόνας. Ο κινηματογράφος λειτουργεί παγκόσμια, αποκτά βαρύτητα «επίσημης» εκδοχής και όχι απλώς μιας ερμηνείας. Αυτό ενοχλεί. Όχι επειδή παραχαράσσεται η ιστορία – αλλά επειδή αμφισβητείται μια βαθιά ριζωμένη εικόνα «αυθεντικότητας» που πολλοί θεωρούν αδιαπραγμάτευτη.
Κι όμως, ούτε ο Όμηρος περιγράφει με ακρίβεια την όψη της Ελένης. Περιγράφει την ομορφιά της ως δύναμη καταστροφής. Τίποτα περισσότερο. Όλα τα υπόλοιπα είναι μεταγενέστερες προβολές.
Τελικά, η συζήτηση δεν αφορά την Ελένη. Αφορά εμάς. Το πώς αντιδρούμε όταν η τέχνη δεν επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας, αλλά τις ταράζει. Και ίσως αυτός να είναι ακριβώς ο ρόλος της.



