
Από το γκόθικ στις ανησυχίες της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνίας
Το γκόθικ αποτελεί ένα από τα πιο ανθεκτικά και γοητευτικά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα είδος που γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη του ανθρώπου να εξερευνήσει το σκοτάδι, το ανοίκειο και το μεταφυσικό. Από τα ερειπωμένα κάστρα του 18ου αιώνα έως τους απροσμέτρητους κοσμικούς τρόμους του 20ού, και πλέον του 21ου, το γκόθικ δεν έπαψε ποτέ να μετασχηματίζεται. Σε αυτή την μακρά διαδρομή, η περίπτωση του Χ. Φ. Λάβκραφτ αποτελεί ένα ιδιαίτερο και κομβικό σημείο, έναν συγγραφέα που δεν ανήκει πλήρως στο γκόθικ αλλά το αναδιαμορφώνει ριζικά. Η απαρχή του γκόθικ εντοπίζεται στα μέσα του 18ου αιώνα, με το έργο του Χόρας Ουόλπολ «Το Κάστρο του Οτράντο», που καθιέρωσε μια νέα αισθητική βασισμένη στο μυστήριο, την απειλή και το υπερφυσικό. Το γκόθικ αναπτύχθηκε περαιτέρω μέσα από σημαντικούς δημιουργούς όπως η Μαίρη Σέλλεϋ (Το τέρας του Φρανκενστάιν), ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Ο Οίκος των Άσερ) και ο Μπραμ Στόκερ (Δράκουλας), οι οποίοι εμπλούτισαν το είδος με ψυχολογικό βάθος, φιλοσοφική διάσταση και έντονη δραματικότητα.
Κεντρικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ρεύματος είναι η σκοτεινή και απειλητική ατμόσφαιρα, οι απομονωμένοι ή παρακμιακοί χώροι και οικισμοί, η παρουσία του υπερφυσικού ή του ανεξήγητου και η έντονη αίσθηση αγωνίας και σήψης. Το γκόθικ εστιάζει συχνά στη φθορά, στον θάνατο, στην ενοχή και στην ψυχική διάλυση, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και το μεταφυσικό. Μέσα σε αυτή την παράδοση εντάσσεται αλλά και ταυτόχρονα την υπερβαίνει ο Χ. Φ. Λάβκραφτ. Αν και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθαρά γκόθικ συγγραφέας, η γραφή του φέρει έντονα τα ίχνη της αισθητικής του είδους. Συγκεκριμένα, οι τόποι που δημιουργεί, όπως το Άρκαμ και το Ίνσμουθ, είναι εμποτισμένοι με στοιχεία παρακμής, με πολίτες απομονωμένους με τη θέληση τους από τον έξω κόσμο και μ’ ένα αίσθημα απροσδιόριστης απειλής να δημιουργείται στην ψυχή όλων όσων, και δεν είναι πολλοί, επιχειρούν ή αναγκάζονται να τους επισκεφτούν. Οι ήρωές ή, μάλλον, οι αντιήρωες του Λάβκραφτ συχνά οδηγούνται στην τρέλα καθώς έρχονται αντιμέτωποι με δυνάμεις που υπερβαίνουν την ανθρώπινη κατανόηση ενώ η έννοια της κληρονομικής κατάρας και της βαθιάς σχεδόν αρχέγονης φθοράς επανέρχεται διαρκώς στο έργο του.
Στην παραδοσιακή λογοτεχνία του είδους το Κακό έχει συχνά μια αναγνωρίσιμη μορφή, είναι ένα φάντασμα, ένας βρικόλακας ή μια πανάρχαια ή προαιώνια κατάρα με ηθικές ή μεταφυσικές διαστάσεις. Στον Λάβκραφτ το Κακό δεν είναι απλώς απειλητικό αλλά και βαθιά αδιανόητο καθώς δεν υπακούει σε ανθρώπινες κατηγορίες, ούτε εντάσσεται σε ένα ηθικό σύστημα. Και φυσικά, δεν αντιμετωπίζεται ούτε με τα ανθρώπινα όπλα, ούτε με τα εργαλεία της θρησκείας και της μεταφυσικής. Ο τρόμος του είναι κοσμικός, υπολογίζεται τόσο παλιός όσο και η ύπαρξη του σύμπαντος, και εκδηλώνεται μέσα από οντότητες όπως ο Κθούλου, που δεν είναι κακές ή μοχθηρές με την ανθρώπινη έννοια αλλά πλήρως αδιάφορες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έτσι, ο φόβος δεν προκύπτει μόνο από τον θάνατο ή το υπερφυσικό αλλά από τη συνειδητοποίηση της απόλυτης ασήμαντης θέσης του ανθρώπου μέσα σε ένα αχανές, ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν.
Κοσμικός τρόμος, ρατσισμός και κοινωνική αλληγορία
Ο κοσμικός τρόμος του Λάβκραφτ μπορεί να διαβαστεί ως μια αλληγορία κοινωνικής, πολιτικής ή ακόμα και πρώιμης οικολογικής ανησυχίας, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο «Χρώμα από το διάστημα». Οι ήρωες των ιστοριών του έρχονται αντιμέτωποι με δυνάμεις τόσο τεράστιες που η ζωή τους μοιάζει ασήμαντη, μεταφέροντας την εμπειρία της αδυναμίας του ατόμου μέσα σε ανισόμετρες κοινωνίες ή πολιτικά συστήματα όπου οι πολίτες αντιμετωπίζονται ως ασήμαντα γρανάζια ενός αδιάφορου μηχανισμού εξουσίας. Το άγνωστο, που στον Λάβκραφτ συχνά οδηγεί στην τρέλα και στην απόγνωση, μπορεί να ερμηνευτεί ως φόβος των κοινωνικών δομών απέναντι στην αλήθεια και στη γνώση με αποτέλεσμα η παρακμή, η φθορά των πόλεων και των απομονωμένων κοινοτήτων να λειτουργούν ως σύμβολο κοινωνικής ανισότητας, φτώχειας και απομόνωσης, ενώ οι αρχαίες κοσμικές οντότητες μπορούν να διαβαστούν ως μεταφορά μιας σειράς παντοδύναμων και αδιανόητων αφηγήσεων και συστημάτων εξουσίας για τον μέσο άνθρωπο. Με λίγα λόγια, η αίσθηση αδυναμίας των ηρώων προσομοιάζει με την αίσθηση ανικανότητας των πολιτών απέναντι σε πολιτικά ή οικονομικά συστήματα που ξεπερνούν τόσο την κατανόηση όσο και τον έλεγχο τους. Ωστόσο, πολλοί κριτικοί βλέπουν τον ρατσισμό του όχι ως αλληγορία αλλά ως άμεση πηγή του τρόμου: ο «άλλος», το ξένο και το αλλότριο, γίνεται συχνά το ίδιο το ανοίκειο που οδηγεί στην τρέλα και ενισχύει τον κοσμικό φόβο. Επιπλέον, ο Λάβκραφτ ήταν έντονα φυλετιστής και ρατσιστής, κάτι που επηρέασε άμεσα το έργο του. Η αίσθηση του ξένου και του αλλότριου στα διηγήματά του συχνά συνδέεται με σοβαρές φυλετικές προκαταλήψεις, με κοινότητες και χαρακτήρες που θεωρούνται «διαφορετικοί» ή «απειλητικοί». Αυτό ενισχύει τον κοσμικό τρόμο και δημιουργεί ένα διπλό επίπεδο τρόμου όπου η ανθρώπινη ασήμαντοτητα συνδυάζεται με το φόβο του «άλλου». Τέλος, οφείλουμε να πούμε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις –κυρίως μέσα από τις «Επιστολές» του, που μπορούν να αναγνωριστούν ως και ξεχωριστό λογοτεχνικό έργο– ότι προς τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι απόψεις του έγιναν πιο περίπλοκες και συγκρατημένες, μετριασμένες σε ορισμένα σημεία και σε κάποιες προσωπικές σχέσεις και επικοινωνίες πιο «φιλελεύθερες», χωρίς αυτό να αναιρεί τον βαθύ ρατσισμό που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της ζωής του. Όμως, και εδώ εντοπίζουμε τη μεγάλη αλλά ενδιαφέρουσα αντίφαση, ο φυλετισμός του δεν τον εμπόδισε να εξελιχθεί σε έναν από τους ευφυέστερους και ταλαντούχους συγγραφείς της νεότερης ιστορίας. Αντίθετα, ο συγγραφέας αποδείχτηκε ένας ιδιόμορφος πολίτης του κόσμου παρόλο που επιθυμούσε την απομόνωση και την απομακρυσμένη επικοινωνία και συνεργασία με άλλους δημιουργούς (Όγκαστ Ντέρλεθ, Ρόμπερτ Χάουαρντ κ.α). Είναι και αυτό μια αντίφαση, οπωσδήποτε αλλόκοτη καθώς και δημιουργική.
Με αυτόν τον τρόπο ο Χ. Φ. Λάβκραφτ δεν περιορίζεται στην λογοτεχνική παράδοση του γκόθικ αλλά την επεκτείνει, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από το μεταφυσικό στο κοσμικό και από τον φόβο του άγνωστου στον τρόμο της γνώσης, της κοινωνικής αδυναμίας και της συνάντησης με το «άλλο». Το γκόθικ δεν εξαφανίζεται στο έργο του, αντίθετα μεταλλάσσεται, επαναπροσδιορίζεται και ανοίγει νέους δρόμους για τη λογοτεχνία του τρόμου, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως καθρέφτης της ανθρώπινης ευαλωτότητας, των κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων και της ιστορικά προβληματικής σχέσης του συγγραφέα με τη φυλή και τον ξένο.
Με λίγα λόγια, ο κοσμικός –συνεπώς, ο απόλυτα φυσικός– τρόμος του Λάβκραφτ συνδέει τη σκοτεινή αισθητική του γκόθικ με βαθύτερες πολιτικές, κοινωνικές και φυλετικές αναγνώσεις, καθιστώντας την αφήγηση του όχι μόνο πηγή του τρόμου για το άγνωστο αλλά και μια διαχρονική αλληγορία της ανθρώπινης θέσης απέναντι σε δυνάμεις μεγαλύτερες από τον ίδιο, σε κοινωνικές ανισότητες και προκαταλήψεις που υπήρξαν καθοριστικές στη ζωή και το έργο του. Η κληρονομιά του είναι διπλή: από τη μία επηρέασε την παγκόσμια λογοτεχνία τρόμου και την ποπ κουλτούρα, από την άλλη προκάλεσε και συνέβαλε με τον τρόπο της στη σύγχρονη και χρήσιμη συζήτηση για το πώς η τέχνη συνδέεται με την προσωπική ηθική του δημιουργού.
Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece



