
Δύο άνθρωποι που σώθηκαν από το πολύνεκρο ναυάγιο ανοιχτά της Χίου μιλούν στο NEWS 24/7 για τη στιγμή της σύγκρουσης, αμφισβητούν την εκδοχή του Λιμενικού και περιγράφουν το «άσπρο φως» που προηγήθηκε της τραγωδίας
Την ώρα που συνεχίζεται η διερεύνηση των συνθηκών της τραγωδίας που σημειώθηκε το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου ανοιχτά της Χίος, με απολογισμό 15 νεκρούς οι οποίοι έφεραν βαριά τραύματα σε κεφάλι, θώρακα και άκρα, δύο από τους ανθρώπους που επέβαιναν στο μοιραίο φουσκωτό μιλούν για πρώτη φορά στο NEWS 24/7. Οι μαρτυρίες τους επαναλαμβάνουν –όπως λένε– όσα κατέθεσαν και ενώπιον της ανακρίτριας Χίου.
Παράλληλα, το φουσκωτό σκάφος δεν εντοπίστηκε κατά τις χθεσινές έρευνες για την ανέλκυσή του, αν και οι πληροφορίες αναφέρουν πως οι προσπάθειες θα συνεχιστούν. Από την πρώτη στιγμή, το Λιμενικό Σώμα υποστηρίζει ότι το σκάφος των μεταναστών έπλεε χωρίς φώτα, δεν ανταποκρίθηκε σε ηχητικά και φωτεινά σήματα και πως ο χειριστής του άλλαξε πορεία, προσκρούοντας στο περιπολικό σκάφος.
Οι επιζώντες, ωστόσο, περιγράφουν μια διαφορετική εκδοχή.
Ο πρώτος άνδρας, που καθόταν –όπως λέει– στη δεξιά πλευρά της βάρκας, λίγο πίσω από τον οδηγό, θυμάται τις στιγμές πριν από τη σύγκρουση. «Ήμασταν πολύ στριμωχτά. Δίπλα μου καθόταν μια γυναίκα που έχασε το ένα παιδί της και τον άντρα της. Τα κεφάλια μας ήταν σκυμμένα στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού. Όταν τα σήκωσα για λίγο, είδα τα φώτα του νησιού πολύ κοντά. Καταλάβαινα ότι πλησιάζαμε».
Στο ερώτημα τι πιστεύει ότι συνέβη, απαντά με αμφισβήτηση προς την επίσημη εκδοχή: «Πιστεύετε ότι αυτός που οδηγούσε μια βάρκα με 40 άτομα ήθελε να μας σκοτώσει; Εγώ λέω ότι το Λιμενικό το έκανε επίτηδες. Όταν σε πλησιάζει η Αστυνομία, πάντα προειδοποιεί – φωνάζει, ανάβει φώτα, σειρήνες. Εδώ δεν έγινε τίποτα από αυτά».
Το τελευταίο που θυμάται πριν χαθεί μέσα στο σοκ είναι, όπως λέει, «ένα μεγάλο άσπρο φως» που άναψε στιγμιαία. «Άναψε, έσβησε και αμέσως μετά έγινε η σύγκρουση. Δεν ακούσαμε θόρυβο, δεν ακούσαμε σειρήνα, δεν είδαμε κάποιο σκάφος πριν. Δεν κατάλαβα να μας κυνηγάει κανείς. Μόνο όταν άναψε το φως άρχισαν οι φωνές και μετά το χτύπημα».
Όταν συνήλθε, βρισκόταν ακόμη πάνω στο φουσκωτό. Γύρω του, όπως περιγράφει, υπήρχαν τρία σκάφη του Λιμενικού με δύο άτομα πλήρωμα το καθένα. «Θυμάμαι ένα κοριτσάκι δίπλα μου και νεκρούς ανθρώπους. Το χτύπημα πρέπει να έγινε από την αριστερή πλευρά, απέναντι από εκεί που καθόμουν».
Μετά τη διάσωσή του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου. Έχει λάβει εξιτήριο και, όπως αναφέρει, η κατάστασή του βελτιώνεται σταδιακά, αν και ακόμη αντιμετωπίζει πόνους, κυρίως στη μέση.
Ο δεύτερος επιζών, πατέρας τεσσάρων παιδιών, αφηγείται τη δική του διαδρομή. Έφυγε από το Αφγανιστάν σε ηλικία δύο ετών, όταν οι γονείς του εγκατέλειψαν τη χώρα για να γλιτώσουν από τον πόλεμο. Εργάστηκε ως οικοδόμος και, όπως λέει, δεν μπορεί να επιστρέψει. «Με τους Ταλιμπάν δεν υπάρχει ασφάλεια. Οποιοσδήποτε μπορεί να κρατά όπλο. Ήθελα να έρθω στην Ευρώπη νόμιμα και να φέρω εδώ τη γυναίκα και τα παιδιά μου».
Για τη στιγμή της σύγκρουσης, περιγράφει: «Ήμασταν πολύ στριμωγμένοι. Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Ξαφνικά φώτισαν όλα, άναψε ένα άσπρο φως. Θυμάμαι να βλέπω τα πόδια μου και το νερό. Αμέσως μετά έγινε το χτύπημα και λιποθύμησα. Δεν άκουσα καμία φωνή ή σειρήνα πριν».
Δηλώνει ότι δεν αντιλήφθηκε καταδίωξη ούτε αλλαγή πορείας. «Πηγαίναμε ευθεία. Δεν κατάλαβα να μας κυνηγάει κανείς». Όταν ξύπνησε, βρισκόταν ήδη σε σκάφος του Λιμενικού που τους μετέφερε στο λιμάνι, απ’ όπου διακομίστηκαν με ασθενοφόρα στο νοσοκομείο. Ο ίδιος φέρει τραύματα στα πλευρά και στο πόδι.
Αναφερόμενος στη διαδικασία των καταθέσεων, σημειώνει ότι στο νοσοκομείο τον πλησίασαν δύο άτομα με πολιτικά ρούχα, παρουσία μεταφραστή. Αργότερα, μετά το εξιτήριο, υπέγραψε κατάθεση σε κτίριο που –όπως εκτιμά– ήταν δικαστικό μέγαρο. «Δεν ξέρω αν αυτά που είπα μεταφέρθηκαν σωστά», αναφέρει.
Και οι δύο επιζώντες επιμένουν στην πεποίθησή τους ότι η σύγκρουση δεν προκλήθηκε από ελιγμό του χειριστή της βάρκας. «Αν ο οδηγός ήθελε να μας σκοτώσει, δεν θα είχε μείνει κανείς ζωντανός», λέει ο δεύτερος. «Τώρα κάποιοι χάθηκαν και οι υπόλοιποι ζήσαμε. Οι άνθρωποι που πέθαναν δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω. Ελπίζω να μη συμβεί ξανά σε άλλους».
Η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση, ενώ οι έρευνες για τον εντοπισμό και την ανέλκυση του φουσκωτού συνεχίζονται. Οι διαφορετικές εκδοχές για τα όσα συνέβησαν εκείνη τη νύχτα στα ανοιχτά της Χίου συνθέτουν ένα σκηνικό που αναμένεται να φωτιστεί μέσα από τη δικαστική διαδικασία και τα τεχνικά ευρήματα των αρχών.



