
Ο πρίγκιπας Χάρι θα καταθέσει την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου ενώπιον βρετανικού δικαστηρίου, στο πλαίσιο νέας δίκης σε βάρος των βρετανικών ταμπλόιντ και συγκεκριμένα του εκδότη της Daily Mail. Η κατάθεσή του εντάσσεται στην εκδίκαση της προσφυγής που έχει ασκηθεί κατά της εταιρείας Associated Newspapers, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της ακροαματικής διαδικασίας που έχει περιέλθει στη γνώση του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP).
Η δίκη αφορά αγωγή που έχουν καταθέσει ο 41χρονος πρίγκιπας της Βρετανίας και ακόμη έξι δημόσια πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο βετεράνος ποπ σταρ Έλτον Τζον, ηλικίας 78 ετών. Οι ενάγοντες κατηγορούν την Associated Newspapers για παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής μέσω παράνομων πρακτικών, οι οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, περιλαμβάνουν υποκλοπές μηνυμάτων φωνητικού ταχυδρομείου, παράνομη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, καθώς και την απόκτηση ευαίσθητων πληροφοριών, όπως οικονομικά ή ιατρικά αρχεία, με δόλιο τρόπο.
Μαζί με τον πρίγκιπα Χάρι και τον Έλτον Τζον, στην αγωγή συμμετέχουν ο σύζυγος του τραγουδιστή Ντέιβιντ Φέρνις, οι ηθοποιοί Λιζ Χάρλεϊ και Σέιντι Φροστ, η ακτιβίστρια κατά του ρατσισμού Ντορίν Λόρενς και ο πρώην βουλευτής Σάιμον Χιουζ. Οι δικηγόροι τους αναμένεται να υποστηρίξουν ότι σειρά δημοσιευμάτων της Mail βασίστηκε σε υλικό που αποκτήθηκε παράνομα από ιδιωτικούς ερευνητές.
Η ακροαματική διαδικασία εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου εννέα εβδομάδες, με τις δύο πλευρές να προετοιμάζονται για σκληρή αντιπαράθεση, καθώς δεν αποκλείεται να καταγγείλουν αμοιβαία η μία την άλλη για ανεντιμότητα. Πέρα από το ζήτημα της φήμης και της αξιοπιστίας, στη δίκη διακυβεύονται και δικαστικά έξοδα που ενδέχεται να ανέλθουν σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.
Η Associated Newspapers, η οποία εκδίδει επίσης την εφημερίδα Mail on Sunday, έχει απορρίψει κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντάς τους αβάσιμες συκοφαντίες. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι οι αγωγές αποτελούν μέρος μιας συντονισμένης προσπάθειας υπονόμευσης της ελευθερίας του Τύπου και αρνείται ότι οι δημοσιογράφοι της ενεπλάκησαν σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα.
Για τον πρίγκιπα Χάρι, η συγκεκριμένη υπόθεση συνιστά την πιο πρόσφατη φάση του μακροχρόνιου νομικού του αγώνα κατά των βρετανικών ταμπλόιντ. Ο ίδιος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι στόχος του είναι η εξυγίανση του Τύπου και η απόδοση ευθυνών σε όσους κατέχουν θέσεις ισχύος. Στο παρελθόν έχει ήδη πετύχει σημαντικές δικαστικές νίκες, καθώς του επιδικάστηκε αποζημίωση ύψους 140.600 λιρών από την Mirror Group Newspapers, με το δικαστήριο να κρίνει ότι στελέχη του ομίλου «έκαναν τα στραβά μάτια» σε παράνομες πρακτικές συλλογής πληροφοριών. Παράλληλα, έχει καταλήξει και σε εξωδικαστική συμφωνία με τον όμιλο εφημερίδων του Ρούπερτ Μέρντοχ, ο οποίος παραδέχθηκε για πρώτη φορά παράνομες ενέργειες στην ταμπλόιντ Sun και κατέβαλε σημαντική αποζημίωση.
Ο πρίγκιπας Χάρι έχει κατηγορήσει επανειλημμένα τα μέσα ενημέρωσης ότι φέρουν ευθύνη για τον θάνατο της μητέρας του, πριγκίπισσας Νταϊάνας, στο τροχαίο δυστύχημα στο Παρίσι το 1997, υποστηρίζοντας ότι η καταδίωξη από φωτογράφους συνέβαλε μοιραία στο τραγικό συμβάν. Το 2023, είχε ήδη γράψει ιστορία, καθώς έγινε το πρώτο μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας που κατέθεσε ως μάρτυρας σε δικαστήριο μετά από 130 χρόνια, στο πλαίσιο της δίκης κατά της Mirror Group Newspapers.
Από την πλευρά της, η Associated Newspapers επισημαίνει ότι οι τίτλοι της δεν έχουν εμπλακεί έως σήμερα στο σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών που ταλανίζει τον βρετανικό Τύπο εδώ και δύο δεκαετίες. Ο εκδότης αμφισβητεί την αξιοπιστία καταθέσεων πρώην ιδιωτικών ερευνητών, ορισμένοι από τους οποίους έχουν καταδικαστεί στο παρελθόν και, σύμφωνα με την εταιρεία, έχουν κίνητρο να καταθέσουν εναντίον της. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες επιχειρούν να αναβιώσουν μια δημόσια έρευνα για τα πρότυπα του Τύπου, η οποία ολοκληρώθηκε πριν από σχεδόν 15 χρόνια, μετά τις αποκαλύψεις που προκάλεσαν τότε έντονη κοινωνική κατακραυγή.
Ο δικαστής Μάθιου Νίκλιν έχει καταστήσει σαφές ότι η δίκη θα περιοριστεί στην εξέταση συγκεκριμένων δημοσιευμάτων και στο κατά πόσο αυτά βασίστηκαν σε πληροφορίες που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο ευρύτερης επαναξιολόγησης της λειτουργίας του βρετανικού Τύπου.



