Στις 18 Δεκεμβρίου 1968, ο Πειραιάς ξύπνησε χωρίς ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του τοπόσημα. Το εμβληματικό ρολόι του Πειραιά κατεδαφίστηκε αιφνιδιαστικά, μέσα σε λίγες ώρες, με απόφαση της τότε δημοτικής αρχής υπό τον χουντικό δήμαρχο Αριστείδη Σκυλίτση.
Ο πύργος του ρολογιού, που είχε ανεγερθεί στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν ήταν απλώς ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο. Αποτελούσε καρδιά της πόλης: σημείο συνάντησης, προσανατολισμού και καθημερινής αναφοράς για χιλιάδες ανθρώπους. Για τους ναυτικούς σήμαινε την άφιξη ή την αναχώρηση από το λιμάνι, για τους Πειραιώτες ήταν μέρος της ρουτίνας τους και για τους επισκέπτες η πρώτη εικόνα μιας ζωντανής, λιμενικής πόλης.
Η κατεδάφιση του ρολογιού εντάχθηκε στο γενικότερο πνεύμα της δικτατορίας, όπου ο λεγόμενος «εκσυγχρονισμός» συχνά σήμαινε την εξαφάνιση του παλιού, χωρίς διαβούλευση, χωρίς διάλογο και χωρίς σεβασμό στη συλλογική μνήμη. Το ιστορικό ρολόι χαρακτηρίστηκε «ξεπερασμένο» και θεωρήθηκε εμπόδιο στα νέα πολεοδομικά σχέδια, που προέβλεπαν φαρδύτερους δρόμους και λιγότερα στοιχεία του παρελθόντος.
Η τοπική κοινωνία αντέδρασε, όμως οι αντιδράσεις περιορίστηκαν από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής. Για πολλούς κατοίκους, το γκρέμισμα δεν ήταν απλώς η απώλεια ενός κτιρίου, αλλά ένα τραύμα στην ταυτότητα της πόλης. Ένα σύμβολο που συνδεόταν με αναμνήσεις, ραντεβού, αποχαιρετισμούς και επιστροφές χάθηκε για πάντα.
Σήμερα, περισσότερα από πενήντα χρόνια μετά, το ρολόι του Πειραιά συνεχίζει να υπάρχει στη συλλογική μνήμη, στις αφηγήσεις των παλαιότερων και στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Η κατεδάφιση του θεωρείται πλέον ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυθαίρετου «εκσυγχρονισμού», που αντί να προχωρήσει την πόλη μπροστά, άφησε πίσω του ένα διαχρονικό κενό.
