
Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 φεύγει από τη ζωή ο σπουδαίος ποιητής Κωστής Παλαμάς, μία από τις κορυφαίες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Η κηδεία του, που τελέστηκε την επομένη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, εξελίχθηκε σε μια από τις πρώτες μεγάλες αντικατοχικές εκδηλώσεις της περιόδου της Κατοχής, με χιλιάδες πολίτες να αποχαιρετούν τον ποιητή και ταυτόχρονα να εκφράζουν τα πατριωτικά και αντιστασιακά τους αισθήματα.
Ο Παλαμάς υπήρξε ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λεγόμενης «Γενιάς του 1880» και της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», που αντιτάχθηκε στις υπερβολές του αθηναϊκού ρομαντισμού και πρωτοστάτησε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στον ποιητικό λόγο.
Στο εκτενές ποιητικό του έργο, που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, η δημιουργική αφομοίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης, καθώς και η οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού.
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 και καταγόταν από παλαιά μεσολογγίτικη οικογένεια. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, όπου έζησε μέχρι το 1875. Τότε μετέβη στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, ωστόσο σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην ποίηση, καθώς ήδη από παιδί έγραφε στίχους και μελετούσε Έλληνες και ξένους ποιητές.
Το 1886 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τραγούδια της Πατρίδος μου». Ακολούθησαν τα έργα «Ο Ύμνος στην Αθηνά» (1889) και «Τα μάτια της ψυχής» (1892), στα οποία διαφαίνονται οι πρώτες νεανικές του αναζητήσεις. Μαζί με τον Γεώργιο Δροσίνη και άλλους ποιητές της Νέας Σχολής, υιοθέτησε τη δημοτική γλώσσα, ερχόμενος σε αντίθεση με τους καθαρευουσιάνους ρομαντικούς της εποχής.
Το 1897 διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια συμβολική αναγνώριση της προσφοράς του. Την ίδια χρονιά εξέδωσε τους «Ίαμβους και Ανάπαιστους», έργο-σταθμό που σηματοδοτεί την ωριμότερη ποιητική του φωνή. Ο θάνατος του μικρού γιου του Άλκη τον συγκλόνισε βαθιά και οδήγησε στη σύνθεση του συγκινητικού «Τάφου» (1898).
Ακολούθησαν σημαντικά έργα όπως «Η Ασάλευτη Ζωή» (1904), «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας», «Πολιτεία και Μοναξιά», «Οι Βωμοί», καθώς και οι δύο μεγάλες επικές του συνθέσεις «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» (1907) και «Η Φλογέρα του Βασιλιά» (1910), που τον καθιέρωσαν στην κορυφή της νεοελληνικής ποίησης. Τελευταία ποιητική του συλλογή υπήρξαν «Οι νύχτες του Φήμιου» (1935).
Το 1926 εξελέγη μέλος της Ακαδημία Αθηνών και το 1930 ανέλαβε την προεδρία της. Το 1934 υπήρξε υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η φήμη του είχε ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του στο Γλωσσικό Ζήτημα. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και κορυφαία μορφή του δημοτικιστικού κινήματος, ακόμη και όταν η στάση του αυτή τού στοίχισε κυρώσεις και προσωρινή απομάκρυνση από τη θέση του.
Η συνεισφορά του Κωστή Παλαμά στα ελληνικά γράμματα υπήρξε καθοριστική. Ανανέωσε την ποιητική μορφή, γεφυρώνοντας την παράδοση –από τον Σολωμό έως το δημοτικό τραγούδι– με τα ευρωπαϊκά ρεύματα του Παρνασσισμού, του Συμβολισμού και του Ρεαλισμού. Με λυρική πνοή και πανανθρώπινο ιδεαλισμό, δημιούργησε μια ολόκληρη εποχή και δικαίως θεωρείται, μετά τον Διονύσιο Σολωμό, ο δεύτερος εθνικός ποιητής της Ελλάδας.
Ποιήματα
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα
στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.
Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα·
καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.






