
Στις 27 Μαρτίου 1821, οι επαναστατικές δυνάμεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη εισήλθαν στο Βουκουρέστι, υψώνοντας τη σημαία της εξέγερσης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και σηματοδοτώντας μία από τις πρώτες μεγάλες φάσεις της Ελληνικής Επανάστασης.
Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 26 Φεβρουαρίου 1821, στον ναό των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο, τελέστηκε δοξολογία κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλόγησε τη σημαία της Επανάστασης και παρέδωσε, κατά το βυζαντινό τυπικό, το ξίφος στον Υψηλάντη. Οι παριστάμενοι του ευχήθηκαν χαρακτηριστικά: «Και εις τας πύλας του Βυζαντίου», εκφράζοντας την ελπίδα για απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης.
Η απόφαση για την πρόωρη κήρυξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες είχε ληφθεί από τον Υψηλάντη στις 16 Φεβρουαρίου 1821 στο Κισινάου, υπό τον φόβο ότι οι Οθωμανοί είχαν ήδη πληροφορηθεί τα επαναστατικά σχέδια. Στις 21 Φεβρουαρίου εγκατέλειψε την πόλη και την επομένη διέβη τον παγωμένο ποταμό Προύθο, εισερχόμενος σε οθωμανικά εδάφη και κηρύσσοντας την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Στο πλευρό του συντάχθηκαν περίπου 2.000 άνδρες, ανάμεσά τους Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι και Ρουμάνοι, ενώ συγκροτήθηκε ο Ιερός Λόχος, ένα επίλεκτο σώμα περίπου 500 νέων σπουδαστών από την Ευρώπη. Παράλληλα οργανώθηκε και το πρώτο τμήμα Πυροβολικού, ενώ εθελοντές κατέφθαναν από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες για να ενισχύσουν την επαναστατική προσπάθεια.
Παρά τις αρχικές επιτυχίες, η επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες διήρκεσε περίπου επτά μήνες και κατέληξε σε ήττα των επαναστατών. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών του Ιερού Λόχου συγκίνησε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και συνέβαλε στην ενίσχυση του φιλελληνικού κινήματος, ευνοώντας την εξέλιξη της Επανάστασης στον ελλαδικό χώρο.



