
Στις 28 Μαρτίου του 845, η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Γαλλίας, το Παρίσι, βρέθηκε στο επίκεντρο μίας από τις πιο θρυλικές επιδρομές των Βίκινγκς. Ο θρυλικός Ράγκναρ Λόντμπροκ, ηγέτης των σκληροτράχηλων επιδρομέων από τη Σκανδιναβία, ανέβηκε τον Σηκουάνα με στόλο 120 πλοίων και περίπου 5.000 άντρες, αιφνιδιάζοντας τους Φράγκους και εισβάλλοντας στη Ρουέν, όπου αιχμαλώτισε 111 στρατιώτες, τους οποίους κρέμασε σε ένα νησί του ποταμού για να τιμήσει τον θεό Όντιν και να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους του.

Η επίθεση αυτή δεν ήταν η πρώτη των Βίκινγκς κατά των Φράγκων. Η πρώτη αναφορά επιδρομής χρονολογείται στο 799 και ανάγκασε τον Καρλομάγνο να δημιουργήσει ένα αμυντικό σύστημα κατά μήκος της βόρειας ακτής της Γαλλίας, που ολοκληρώθηκε το 810. Παρά την αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος το 820, οι Βίκινγκς συνέχισαν τις επιδρομές στις περιοχές Frisia και Dorestad το 834, αποδεικνύοντας την αδυναμία της Φραγκικής άμυνας να συγκρατήσει τις επιθέσεις τους.

Στον Μάρτιο του 845, μετά από αρκετές λεηλασίες, οι πολεμιστές του Ράγκναρ εισέβαλαν στο Παρίσι την Κυριακή του Πάσχα. Η πόλη λεηλατήθηκε αδυσώπητα, ενώ οι Βίκινγκς αποχώρησαν μόνο όταν ο βασιλιάς των Φράγκων, Κάρολος ο Φαλακρός, τους πλήρωσε λύτρα ύψους τριών τόνων ασημιού, ποσό κολοσσιαίο για την εποχή, περίπου 7.000 γαλλικές λίβρες. Αυτή η αποπληρωμή, γνωστή αργότερα ως danegeld, αποτέλεσε την πρώτη από τις συνολικά δεκατρείς πληρωμές που οι Φράγκοι θα κατέβαλαν στους Βίκινγκς για να αποφεύγουν επιδρομές. Παρά τη συμφωνία για απόσυρση, οι Βίκινγκς κατέκαψαν πολλές περιοχές κατά την επιστροφή τους. Την ίδια χρονιά, επιτέθηκαν και κατέλαβαν τον Αμβούργο, ενισχύοντας τη φήμη τους ως αδίστακτοι κατακτητές.
Οι Βίκινγκς προέρχονταν από τους βόρειους λαούς της Ευρώπης, κυρίως τη Σκανδιναβία, και αποτελούνταν από Νορβηγούς, Σουηδούς, Δανούς και Ισλανδούς. Κατά τον 9ο αιώνα, εμφανίζονταν ως πειρατές, έμποροι και μισθοφόροι, επηρεάζοντας βαθιά την ιστορία της Δυτικής Ευρώπης. Ο Ράγκναρ Λόντμπροκ, γιος του βασιλιά Σίγκουρντ Ίρινγκ, ηγήθηκε πολλών επιδρομών εναντίον των Φράγκων και των Αγγλοσαξόνων, αφήνοντας πίσω του ένα μείγμα ιστορικών γεγονότων και θρύλων.

Οι γιοι του Ράγκναρ, όπως ο Άιβαρ ο Ασπόνδυλος, ο Μπιόρν ο Σιδηρόπλευρος και ο Χάλφνταν Ράγκναρσον, συνέχισαν την επέκταση της οικογενειακής κληρονομιάς μέσω κατακτήσεων και εκδικήσεων, ιδιαίτερα στην Αγγλία, όπου ο Μεγάλος Στρατός της Δανίας επιτέθηκε το 865 για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα τους. Παρά τις διαμάχες για το αν ο Ράγκναρ υπήρξε πραγματικά ή αποτελεί μυθική φιγούρα, η επιρροή του στην ευρωπαϊκή ιστορία του 9ου αιώνα είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ η παράδοση των Βίκινγκς άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μεσαιωνική κοινωνία και στρατηγική των Φράγκων.
Η κατάληψη του Παρισιού το 845 αποτυπώνει την αδυναμία των Φράγκων να υπερασπιστούν πλήρως τα εδάφη τους και ενθάρρυνε τις επόμενες επιδρομές, ενώ η πληρωμή των λύτρων σηματοδοτεί την αρχή μιας στρατηγικής επιβίωσης μέσω οικονομικών υποχωρήσεων απέναντι στους Βίκινγκς. Το γεγονός αυτό παραμένει σημείο αναφοράς στην ιστορία της μεσαιωνικής Ευρώπης, ως ένα από τα πρώτα μεγάλα δείγματα της δύναμης και της επιρροής των βορειοευρωπαίων εισβολέων.



