Bob Marley Wallpaper @ go4celebrity.com
Από τα φτωχικά της Τζαμάικα και τους Wailers έως τη διεθνή καταξίωση, την πολιτική σύγκρουση και τον μύθο
Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 6 Φεβρουαρίου 1945. Σε ηλικία 14 ετών εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να εργάζεται ως βοηθός οξυγονοκολλητή. Στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε μουσική με τον φίλο του Νέβιλ «Μπάνι» Λίβινγκστον (τον μετέπειτα Μπάνι Γουέιλερ) και τον Τζο Χιγκς, ανερχόμενο τραγουδιστή και μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι – ενός ιδιότυπου κράματος βιβλικών προφητειών, φιλοσοφίας της επιστροφής στη φύση και μαύρου εθνικισμού, που εξυμνεί τη λατρεία της μαριχουάνας και τη νοσταλγία της επιστροφής στην Αφρική. Στην παρέα προστέθηκε σύντομα και ο νεαρός Πίτερ Μάκιντος, γνωστός αργότερα ως Πίτερ Τος.
Το 1962 ηχογράφησε τα δύο πρώτα του σινγκλ, Judge Not και One Cup of Coffee, τα οποία πέρασαν απαρατήρητα και έγιναν γνωστά από μεταθανάτιες συλλογές τραγουδιών. Το 1963, οι Μάρλεϊ, Λίβινγκστον και Μάκιντος σχημάτισαν ένα συγκρότημα που έπαιζε σκα και ροκστέντι – πρώιμες μορφές της ρέγκε – με την ονομασία The Teenagers. Ύστερα από συνεχείς αλλαγές, το συγκρότημα κατέληξε στο όνομα The Wailers.
Η επιτυχία δεν ήρθε άμεσα και ο Μάρλεϊ αναγκάστηκε να μετακομίσει με τη σύζυγό του Ρίτα Άντερσον στο σπίτι της πεθεράς του στο Ντελαγουέρ των ΗΠΑ, όπου εργάστηκε ως εργάτης στη χημική βιομηχανία DuPont και στην αυτοκινητοβιομηχανία Chrysler. Η μισθωτή εργασία δεν τον ικανοποίησε και το 1967 επέστρεψε στην Τζαμάικα για να ασχοληθεί ξανά με τη μουσική. Την ίδια περίοδο έγινε μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι και υιοθέτησε τα χαρακτηριστικά dreadlocks, που έγιναν το σήμα κατατεθέν του και αργότερα παγκόσμια μόδα.

Από το 1968 έως το 1972 οι Wailers επανηχογράφησαν παλαιότερα κομμάτια, εμπορικοποίησαν τον ήχο τους και αναζήτησαν δισκογραφική στέγη. Το 1972 κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ, Catch a Fire, που γνώρισε θετική υποδοχή. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε το Burnin’, με τραγούδια όπως τα Get Up, Stand Up και I Shot the Sheriff, το οποίο έγινε παγκόσμια επιτυχία μέσα από τη διασκευή του Έρικ Κλάπτον και συνέβαλε καθοριστικά στην εκτόξευση της φήμης του Μπομπ Μάρλεϊ.
Το 1974 οι Wailers διαλύθηκαν λόγω διαφωνιών. Οι Λίβινγκστον και Μάκιντος ακολούθησαν σόλο καριέρα ως Μπάνι Γουέιλερ και Πίτερ Τος αντίστοιχα. Ο Μάρλεϊ διατήρησε το όνομα του συγκροτήματος και εμφανιζόταν ως Bob Marley & The Wailers, με βασικούς συνεργάτες τους αδελφούς Κάρλτον και Άστον Μπάρετ στο ρυθμικό τμήμα, τους Τζούνιορ Μάρβιν και Αλ Άντερσον στις κιθάρες, καθώς και το γυναικείο φωνητικό τρίο I Threes, στο οποίο συμμετείχαν η σύζυγός του Ρίτα, η Μάρσια Γκρίφιθς και η Τζούντι Μόουατ.
Το 1975 σημείωσε την πρώτη μεγάλη παγκόσμια επιτυχία του με το No Woman, No Cry από το άλμπουμ Natty Dread. Το 1976 το Rastaman Vibration γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία στις ΗΠΑ και παρέμεινε για τέσσερις εβδομάδες στο Top 10 του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών. Η ρέγκε, ένα κράμα σκα, ρυθμ εντ μπλουζ και ροκ, νευρώδες και ράθυμο ταυτόχρονα, καθιερώθηκε ως παγκόσμια μουσική γλώσσα.
Τον Δεκέμβριο του 1976 επέστρεψε στην Τζαμάικα για να συμβάλει στην εκτόνωση των πολιτικών συγκρούσεων, όμως έγινε στόχος απόπειρας δολοφονίας. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ηχογράφησε τα άλμπουμ Exodus και Kaya. Το 1978 επέστρεψε στην πατρίδα του και διοργάνωσε τη συναυλία πολιτικής συμφιλίωσης One Love Peace Concert. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το ζωντανό άλμπουμ Babylon by Bus και το πολιτικά φορτισμένο Survival. Το Uprising του 1980, με τραγούδια όπως τα Redemption Song και Forever Loving Jah, αποτέλεσε το τελευταίο του στούντιο άλμπουμ.
Τον Ιούλιο του 1977 παρουσίασε ενοχλήσεις στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού και διαγνώστηκε με κακοήθες μελάνωμα. Αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό για λόγους θρησκευτικών πεποιθήσεων, όπως και τη σύνταξη διαθήκης. Ο καρκίνος εξαπλώθηκε ταχύτατα και στις 23 Σεπτεμβρίου 1980 έδωσε την τελευταία του συναυλία στο Πίτσμπουργκ. Πέθανε στις 11 Μαΐου 1981 σε νοσοκομείο του Μαϊάμι.
Ο Μπομπ Μάρλεϊ τραγούδησε τον έρωτα, την αγάπη και την καταπίεση, βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτικών συγκρούσεων και αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο. Η ημερομηνία γέννησής του τιμάται ως εθνική εορτή στην Τζαμάικα. Το άλμπουμ Legend, που κυκλοφόρησε το 1984, έγινε δεκαπλά πλατινένιο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική επιρροή του «Βασιλιά της Ρέγκε».



