Ο αγιασμός των υδάτων στον Πειραιά, ανήμερα των Θεοφανίων του 1966, έμελλε να μείνει στην Ιστορία όχι ως θρησκευτική τελετή, αλλά ως ένα από τα πιο εκρηκτικά επεισόδια της μετεμφυλιακής περιόδου. Η χώρα βρισκόταν ήδη σε βαθιά πολιτική κρίση μετά την Αποστασία του 1965 και την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεώργιος Παπανδρέου, με το κλίμα να είναι οριακό.
Η παρουσία του Παπανδρέου στον αγιασμό των υδάτων θεωρήθηκε από την τότε κυβέρνηση και το Παλάτι επικίνδυνος καταλύτης μαζικών κινητοποιήσεων. Για τον λόγο αυτό, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι επίσημοι εκπρόσωποι της εξουσίας απέφυγαν το λιμάνι και μετέφεραν την τελετή τους στο Τουρκολίμανο. Η επιλογή αυτή, αντί να εκτονώσει την ένταση, λειτούργησε ως επιβεβαίωση του χάσματος ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία.
Ο Πειραιάς πλημμύρισε από κόσμο. Οι εκτιμήσεις για τη συμμετοχή διέφεραν δραματικά, από μερικές δεκάδες χιλιάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες, αποτυπώνοντας τη σύγχυση και την πολιτική φόρτιση της εποχής. Ο Παπανδρέου κινήθηκε μέσα στο πλήθος, παρά τις εκκλήσεις των αρχών να αποχωρήσει διακριτικά.
Λίγη ώρα αργότερα, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Η αστυνομία επιχείρησε να αποτρέψει τη μετατροπή της συγκέντρωσης σε πορεία και ακολούθησαν σφοδρές συγκρούσεις. Ξυλοδαρμοί, κυνηγητά και τραυματισμοί μετέτρεψαν το λιμάνι σε πεδίο μάχης. Ανάμεσα στους τραυματίες βρέθηκε και ο Μίκης Θεοδωράκης, γεγονός που προσέδωσε στα επεισόδια έντονο συμβολισμό.
Η κυβέρνηση μίλησε για «οχλοκρατία» και δικαιολόγησε τη χρήση βίας. Η αντιπολίτευση και οργανώσεις της Αριστεράς κατήγγειλαν ωμή καταστολή και αυταρχισμό. Τα Θεοφάνια του 1966 κατέγραψαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη ρήξη κράτους και κοινωνίας.
Την επόμενη ημέρα, ο Θεοδωράκης απάντησε όχι με πολιτικές δηλώσεις, αλλά με Τέχνη, ξεκινώντας τη μελοποίηση της «Ρωμιοσύνης» του Γιάννη Ρίτσου. Το έργο αυτό έμελλε να γίνει σύμβολο αντίστασης στα χρόνια που ακολούθησαν, προμηνύοντας το σκοτάδι της δικτατορίας του 1967.
Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν ήταν μεμονωμένο ξέσπασμα. Ήταν ένα προανάκρουσμα της εκτροπής που ερχόταν.
