Στις 7 Ιανουαρίου 1611 ξεκίνησε μία από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες δίκες της ευρωπαϊκής ιστορίας. Στην Ουγγαρία, η αριστοκράτισσα Ερζέμπετ Μπάτορι βρέθηκε αντιμέτωπη με κατηγορίες που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία: βασανισμούς και δολοφονίες εκατοντάδων νεαρών γυναικών.
Η γυναίκα που έμεινε γνωστή ως «Αιματοβαμμένη Κόμισσα» προερχόταν από μία από τις ισχυρότερες οικογένειες της Ουγγαρίας. Ήταν μορφωμένη, μιλούσε πολλές γλώσσες και διαχειριζόταν τεράστια κτήματα από το κάστρο Τσάχτιτσε, ιδιαίτερα κατά τις απουσίες του συζύγου της, στρατηγού Φέρεντς Νάντασντι.
Φήμες, μαρτυρίες και φρίκη
Ήδη από τα τέλη του 16ου αιώνα, οι κάτοικοι της περιοχής μιλούσαν για εξαφανίσεις κοριτσιών που αναζητούσαν εργασία ή μόρφωση στο κάστρο. Το 1610, έπειτα από εντολή της αυτοκρατορικής εξουσίας, ξεκίνησε επίσημη έρευνα. Οι μαρτυρίες περιέγραφαν ένα καθεστώς ωμής βίας: ξυλοδαρμούς, καψίματα, ακρωτηριασμούς και θανάτους.
Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει αμφιλεγόμενος. Κάποιες καταθέσεις μιλούσαν για δεκάδες, άλλες για εκατοντάδες, ακόμη και πάνω από 600 νεαρές γυναίκες.
Η δίκη και η «επιείκεια»
Η δίκη άρχισε επίσημα στις 7 Ιανουαρίου 1611. Πάνω από 300 μάρτυρες κατέθεσαν, ενώ τέσσερις στενοί συνεργοί της κρίθηκαν ένοχοι και εκτελέστηκαν. Η ίδια, ωστόσο, δεν οδηγήθηκε ποτέ στο ικρίωμα. Η ευγενική της καταγωγή την προστάτευσε από τη θανατική ποινή.
Αντί για εκτέλεση, καταδικάστηκε σε ισόβιο κατ’ οίκον περιορισμό, κλεισμένη σε ένα δωμάτιο του κάστρου Τσάχτιτσε, όπου έζησε απομονωμένη μέχρι τον θάνατό της το 1614.
Θρύλος ή πολιτική σκευωρία;
Μέχρι σήμερα, ιστορικοί διαφωνούν:
Ήταν πράγματι μία από τις πιο φρικτές κατά συρροή δολοφόνους όλων των εποχών ή έπεσε θύμα πολιτικών παιχνιδιών και οικονομικών συμφερόντων;
Όποια κι αν είναι η αλήθεια, η μορφή της πέρασε στον μύθο. Οι ιστορίες για αίμα, νεότητα και σατανικές τελετουργίες ενέπνευσαν τη γοτθική λογοτεχνία και συνέβαλαν στη διαμόρφωση των θρύλων για τους βρικόλακες.
