Το 2026 φαίνεται πως θα είναι μια χρονιά-σταθμός για τον κόσμο των influencers, όχι λόγω νέων συνεργασιών ή αυξημένης δημοφιλίας, αλλά επειδή βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των φορολογικών ελέγχων της ΑΑΔΕ.
Στους κόλπους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων έχει δημιουργηθεί ειδική ομάδα, η οποία παρακολουθεί συστηματικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναζητώντας ύποπτες προωθητικές αναρτήσεις από πρόσωπα με ισχυρή διαδικτυακή παρουσία και μεγάλο αριθμό ακολούθων. Όσο μεγαλύτερη η απήχηση ενός influencer και όσο πιο συχνές οι διαφημιστικές του εμφανίσεις, τόσο αυξάνεται και το ενδιαφέρον των ελεγκτικών μηχανισμών.
Ένα απλό παράδειγμα: Αν ένας influencer εμφανίζεται συχνά να προωθεί ένα γνωστό προϊόν, οι υπηρεσίες της ΑΑΔΕ εξετάζουν αν πρόκειται για πληρωμένη συνεργασία ή για προσωπική προτίμηση. Σε περίπτωση εμπορικής συμφωνίας, θα πρέπει να υπάρχουν συμβάσεις, τιμολόγια και επίσημη έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας. Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται μόνο στο πρόσωπο που διαφημίζει, αλλά επεκτείνονται και στην επιχείρηση που προβάλλεται.
Οι αμοιβές, άλλωστε, μόνο αμελητέες δεν είναι. Για μία και μόνο ανάρτηση στο Instagram, τα ποσά μπορεί να ξεκινούν από 1.500 έως 2.000 ευρώ για μικρότερους influencers και να ξεπερνούν ακόμη και τις 15.000 ευρώ για τα πιο γνωστά ονόματα. Στο εξωτερικό, τα αντίστοιχα ποσά είναι πολλαπλάσια.
Ωστόσο, η χρήση των social media από την ΑΑΔΕ δεν σταματά στους influencers. Αντιθέτως, αποτελούν πλέον εργαλείο γενικότερων φορολογικών ελέγχων. Μια ανάρτηση από πολίτη σε νυχτερινό κέντρο, όπου φαίνεται το κατάστημα ασφυκτικά γεμάτο, μπορεί να πυροδοτήσει άμεσο έλεγχο για το αν έχουν κοπεί οι αντίστοιχες αποδείξεις, μέσω των συστημάτων myDATA και e-send. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακολουθεί και επιτόπιος έλεγχος.
Το ίδιο ισχύει και για ιδιωτικές εκδηλώσεις, όπως πάρτι ή δεξιώσεις. Αν από φωτογραφίες ή βίντεο προκύπτει παρουσία καλλιτεχνών, οι αρχές μπορούν να προχωρήσουν σε ταυτοποίηση και στη συνέχεια σε φορολογικό έλεγχο.
Ακόμη και δεδομένα από εφαρμογές όπως το Google Maps ή τα σήματα κινητών τηλεφώνων αξιοποιούνται για να εντοπιστούν περίοδοι αυξημένης κίνησης σε επιχειρήσεις και να διαπιστωθεί αν υπάρχει ασυνέπεια μεταξύ τζίρου και δηλωμένων εσόδων.
Το μήνυμα είναι σαφές: το ψηφιακό αποτύπωμα έχει πλέον φορολογική αξία.
