Μετά από επτά χρόνια δισκογραφικής απουσίας, η Μαντόνα επιστρέφει δυναμικά με το «Confessions II», έναν δίσκο που ήδη προκαλεί έντονες συζητήσεις και διθυραμβικές κριτικές. Το έγκριτο περιοδικό Variety χαρακτηρίζει το νέο άλμπουμ ως την καλύτερη δουλειά της εδώ και είκοσι χρόνια, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το πιο ολοκληρωμένο και συνεκτικό έργο της από την εποχή του εμβληματικού «Confessions on a Dance Floor» του 2005.
Η κριτική σημειώνει πως η νέα δουλειά αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν. Αντί να επιχειρεί να αναπαράγει την επιτυχία του προκατόχου της, η Μαντόνα αξιοποιεί το πνεύμα εκείνου του άλμπουμ για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο έργο με ξεκάθαρη αισθητική ταυτότητα, στο οποίο η χορευτική μουσική λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο διασκέδασης αλλά και ως χώρος προσωπικής μεταμόρφωσης.
Το άλμπουμ ανοίγει με το «I Feel So Free», όπου η Μαντόνα ψιθυρίζει ότι μερικές φορές της αρέσει να κρύβεται στις σκιές, να δημιουργεί μια νέα περσόνα και να γίνεται όποιος άνθρωπος επιθυμεί. Η εισαγωγή αυτή λειτουργεί ως θεματική δήλωση ολόκληρου του δίσκου, ο οποίος εξερευνά την έννοια της ανωνυμίας, της ελευθερίας και της συνεχούς επανεφεύρεσης του εαυτού μέσα από την εμπειρία της νυχτερινής ζωής και της πίστας.
Το «Confessions II» περιλαμβάνει 16 τραγούδια και έχει ως βασικούς παραγωγούς την ίδια τη Μαντόνα και τον Stuart Price, τον άνθρωπο που είχε διαμορφώσει και τον χαρακτηριστικό ήχο του «Confessions on a Dance Floor». Η συνεργασία τους αποδεικνύεται, σύμφωνα με το Variety, καθοριστική, καθώς ο Price προσφέρει μία παραγωγή σύγχρονη, πλούσια σε λεπτομέρειες αλλά ταυτόχρονα απόλυτα εστιασμένη.
Όπως και ο προκάτοχός του, το άλμπουμ είναι σχεδιασμένο ώστε να ακούγεται ως ένα συνεχές DJ set, με τα τραγούδια να διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς διακοπές. Η επιλογή αυτή δημιουργεί μια ενιαία μουσική αφήγηση, μετατρέποντας τον δίσκο σε μία διαδρομή που ξεκινά από την ευφορία της νυχτερινής εξόδου και καταλήγει στην αναπόφευκτη επιστροφή στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με την κριτική, η Μαντόνα εμφανίζεται εδώ περισσότερο συγκεντρωμένη από ό,τι στους δύο προηγούμενους δίσκους της, «Rebel Heart» και «Madame X», οι οποίοι είτε ακολουθούσαν υπερβολικά τις μουσικές τάσεις της εποχής είτε απομακρύνονταν εντελώς από αυτές. Αντίθετα, το «Confessions II» διαθέτει σαφή μουσική ταυτότητα, βασισμένη στη dance μουσική αλλά εμπλουτισμένη με επιρροές από τη house του Ντιτρόιτ, τη σκοτεινή techno, την ηλεκτρονική ποπ και σύγχρονες μορφές club μουσικής.
Το Variety επισημαίνει ότι, παρότι ο νέος δίσκος δεν περιλαμβάνει τραγούδια αντίστοιχης άμεσης απήχησης με τα ιστορικά «Hung Up» ή «Get Together», διαθέτει διαφορετικές αρετές. Αντί για στιγμιαία ραδιοφωνικά χιτ, ο Stuart Price προτιμά σταδιακές κορυφώσεις, δημιουργώντας μια συνεχή αίσθηση έντασης που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή.
Ανάμεσα στις σημαντικότερες στιγμές του άλμπουμ ξεχωρίζει το «Danceteria», το οποίο η κριτική χαρακτηρίζει ως τον πυρήνα ολόκληρου του έργου. Πρόκειται για μια μουσική αναδρομή στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 1980, όταν η νεαρή ακόμη Μαντόνα έκανε τα πρώτα της βήματα στα κλαμπ του Lower East Side. Με σχεδόν απαγγελτικό τρόπο, θυμάται πώς παρέδωσε το πρώτο demo του «Everybody» στον DJ Mark Kamins και ανακαλεί προσωπικότητες όπως ο Nile Rodgers, ο Jean-Michel Basquiat, ο David Byrne, ο Crazy Legs και οι B-52’s, σκιαγραφώντας την ατμόσφαιρα της δημιουργικής έκρηξης εκείνης της εποχής.
Η κριτική υπογραμμίζει ότι, παρά τον τίτλο του, το «Confessions II» δεν επιχειρεί να αντιγράψει τον προκάτοχό του. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία του πρώτου «Confessions» ως αφετηρία για κάτι διαφορετικό. Εκεί όπου ο δίσκος του 2005 αντλούσε έντονα στοιχεία από τη disco της δεκαετίας του 1970 και τη house της δεκαετίας του 1980, ο νέος δίσκος κινείται με μεγαλύτερη ελευθερία ανάμεσα σε σύγχρονα ηλεκτρονικά ιδιώματα, χωρίς να εγκλωβίζεται σε συγκεκριμένες αναφορές.
Το περιοδικό επισημαίνει ωστόσο και ορισμένες αδυναμίες. Στο δεύτερο μισό του άλμπουμ, η διατήρηση του ίδιου υψηλού ρυθμού αρχίζει να δημιουργεί μια αίσθηση ομοιομορφίας, ιδιαίτερα στα τραγούδια «Bizarre» και «School», στα οποία συμμετέχει ο Martin Garrix. Αν και η ένταση παραμένει υψηλή, η συνεχής χορευτική φόρμα κουράζει πριν το άλμπουμ στραφεί σε πιο προσωπικές και συναισθηματικές εξομολογήσεις.
Εκεί, σύμφωνα με το Variety, βρίσκεται και το πιο ουσιαστικό κομμάτι του δίσκου. Στο «Fragile», μία μελαγχολική σύνθεση με επιρροές από τη βρετανική garage σκηνή, η Μαντόνα αποτίει φόρο τιμής στον αδελφό της Christopher Ciccone, ο οποίος πέθανε μετά την αποκατάσταση των σχέσεών τους, έπειτα από πολυετή οικογενειακή ρήξη που είχε προκληθεί μετά την έκδοση της αποκαλυπτικής αυτοβιογραφίας του το 2008. Οι στίχοι περιγράφουν ένα ονειρικό νυχτερινό όραμα, μέσα από το οποίο ο αδελφός της την προτρέπει να μην τον ξεχάσει και, κυρίως, να μη λησμονήσει να είναι ευτυχισμένη.
Αντίθετα, το «Betrayal» αποτελεί μία ιδιαίτερα αιχμηρή σύνθεση, βασισμένη μουσικά σε θέμα του Erik Satie, στην οποία η τραγουδίστρια φαίνεται να απευθύνεται στη μητριά της, Joan Ciccone, εκφράζοντας τον θυμό και την απογοήτευσή της για τη θέση που εκείνη κατείχε στην οικογένεια μετά τον θάνατο της μητέρας της.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στο «The Test», ένα ντουέτο με την κόρη της Lourdes Leon. Η Μαντόνα ανατρέχει στο «Little Star», το νανούρισμα που είχε αφιερώσει στην κόρη της στο άλμπουμ «Ray of Light» το 1998, αναγνωρίζοντας ότι η παγκόσμια φήμη της ίσως υπήρξε πολλές φορές βάρος για το παιδί της. Η Lourdes, η οποία συνυπογράφει το τραγούδι, απαντά μουσικά στη μητέρα της, περιγράφοντας τη δική της πορεία προς μια ανεξάρτητη ταυτότητα.
Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το «L.E.S.», μία ήρεμη και νοσταλγική σύνθεση που επιστρέφει στα χρόνια της άγνωστης ακόμη Μαντόνα στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, όταν δυσκολευόταν ακόμη να πληρώσει το ενοίκιό της και ονειρευόταν μια θέση στη μουσική βιομηχανία. Μέσα από απλές εικόνες και προσωπικές αναμνήσεις, ο δίσκος κλείνει κυκλικά, υπενθυμίζοντας ότι, όσο κι αν έχουν αλλάξει οι εποχές, η Μαντόνα εξακολουθεί να επιστρέφει στις ίδιες ρίζες που διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική της ταυτότητα.
Το συμπέρασμα του Variety είναι σαφές: το «Confessions II» δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη επιστροφή ενός μεγάλου ονόματος της ποπ, αλλά έναν δίσκο που επαναφέρει τη Μαντόνα στο υψηλότερο δημιουργικό επίπεδο της σύγχρονης καριέρας της. Με συνοχή, ξεκάθαρη καλλιτεχνική κατεύθυνση, υψηλού επιπέδου παραγωγή και έναν ώριμο, προσωπικό χαρακτήρα, το περιοδικό θεωρεί ότι πρόκειται για το σημαντικότερο άλμπουμ της από το «Confessions on a Dance Floor» και, συνολικά, για την καλύτερη δουλειά της των τελευταίων δύο δεκαετιών.
