
Σήμερα στο STAR στις 22.40
Όταν το αστυνομικό τμήμα γίνεται αρένα επιβίωσης
Σε μια ξεχασμένη γωνιά της Νεβάδα, εκεί όπου ο νόμος μοιάζει περισσότερο με τυπική διαδικασία παρά με ζωντανή δύναμη, εκτυλίσσεται μια ιστορία καταδίωξης που επιλέγει να κλειστεί σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα. Το «Copshop» τοποθετεί τρεις ακραίες φιγούρες σε έναν περιορισμένο χώρο και τις αφήνει να συγκρουστούν, όχι μόνο με όπλα, αλλά και με την ίδια τη λογική της αυτοσυντήρησης.
Ο Τέντι Μουρέτο, απατεώνας με καλλιεργημένο ένστικτο επιβίωσης και ανεπτυγμένο στα όρια της παράνοιας, αποφασίζει πως η προσωρινή απώλεια της ελευθερίας του είναι η ασφαλέστερη λύση για να γλιτώσει από τον επαγγελματία εκτελεστή που τον ακολουθεί. Η σύλληψή του δεν αποτελεί κάποιου είδους ήττα αλλά στρατήγημα. Έτσι, το αστυνομικό τμήμα μιας μικρής πόλης μετατρέπεται σε καταφύγιο, μέχρι τη στιγμή που ο διώκτης του, ο αμείλικτος Μπομπ Βίντικ, επιλέγει να περάσει την πόρτα του ίδιου χώρου ως κρατούμενος. Η ισορροπία διαλύεται οριστικά με την εμφάνιση ενός τρίτου παίκτη, που δεν αναγνωρίζει κανόνες ούτε προσωρινές ανακωχές.
Η ταινία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη γεωμετρία του χώρου: οι διάδρομοι, τα κελιά και το γραφείο υπηρεσίας δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικό, αλλά καια ως μηχανισμός πίεσης. Η κάμερα παρακολουθεί τους χαρακτήρες σαν να πρόκειται για πειραματόζωα σε θάλαμο αντοχής, όπου κάθε λάθος κίνηση επιταχύνει την έκρηξη. Αυτή η επιλογή χαρίζει ένταση, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα όρια της αφήγησης. Οι χαρακτήρες παραμένουν σκόπιμα επίπεδοι. Δεν αναζητούν λύτρωση, υπάρχουν απλά για να συγκρουστούν. Η νεαρή αστυνομικός, η μόνη φωνή καθήκοντος μέσα σε μια υπηρεσία που δείχνει ανίκανη να αντιληφθεί τον κίνδυνο, σηκώνει το δυσανάλογο βάρος ηθικής ευθύνης, χωρίς όμως το σενάριο να της επιτρέπει πραγματικό βάθος. Οι δύο εκτελεστές, από την άλλη, λειτουργούν περισσότερο ως αντίθετες εκδοχές της ίδιας βίας παρά ως διακριτές προσωπικότητες.

Η σκηνοθεσία επιλέγει την υπερβολή αντί της ακρίβειας. Οι σκηνές δράσης είναι θορυβώδεις, συχνά επιτηδευμένες, με μια διάθεση αυτοσχολιασμού που άλλοτε διασκεδάζει και άλλοτε αποδυναμώνει την απειλή. Η ταινία μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στη σκληρή αστυνομική ιστορία και στην ειρωνική παρωδία της, χωρίς να αποφασίζει ποιον δρόμο θέλει πραγματικά να ακολουθήσει.
Το «Copshop» δεν είναι έργο που θα μείνει για τη δραματουργική του αρτιότητα ή για τις μνήμες που χαράζει. Είναι, ωστόσο, μια άσκηση περιορισμού: τι μπορεί να συμβεί όταν κλείνεις τη βία σε ένα δωμάτιο και της επιτρέπεις να αυτοκαταναλωθεί. Μια ταινία που λειτουργεί καλύτερα ως στιγμιαίο ξέσπασμα παρά ως ολοκληρωμένη εμπειρία, αφήνοντας πίσω της περισσότερο κρότο παρά ουσία.




