Το μελαγχολικό κύκνειο άσμα της Άγριας Δύσης, το οποίο από παρεξηγημένη αποτυχία αναγνωρίστηκε τελικά ως αριστούργημα

Στις 23 Μαΐου 1973 ο Σαμ Πέκινπα παρέδωσε ένα από τα πιο ποιητικά, βίαια και υπαρξιακά γουέστερν στην ιστορία του κινηματογράφου, με τους Τζέιμς Κόμπερν και Κρις Κριστόφερσον να ενσαρκώνουν δύο θρύλους που συντρίβονται από το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Έτσι, μια μέρα σαν σήμερα, έκανε πρεμιέρα στις αμερικανικές αίθουσες το «Pat Garrett and Billy the Kid», μία από τις πλέον ιδιόμορφες, βασανισμένες και τελικά δικαιωμένες δημιουργίες του αμερικανικού σινεμά, η οποία έμελλε να μετατραπεί από εμπορική αποτυχία και αντικείμενο σκληρής κριτικής σε έργο σχεδόν μυθικών διαστάσεων για τους λάτρεις του κινηματογραφικού γουέστερν, που αργότερα επανεκτιμήθηκε καθολικά. Σε αυτή, ο Σαμ Πέκινπα, ήδη καταξιωμένος από το «The Wild Bunch» (1969) και τη ριζοσπαστική αναθεώρηση της κινηματογραφικής Δύσης που είχε επιχειρήσει στα προηγούμενα έργα του, έστησε ένα φιλμ που περισσότερο μοιάζει με νεκρώσιμη ακολουθία για το τέλος των θρύλων, παρά με ένα συμβατικό έργο δράσης. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται η τραγική σχέση ανάμεσα στον Πατ Γκάρετ και τον Μπίλι δε Κιντ, δύο άνδρες που κάποτε στάθηκαν φίλοι, συμπολεμιστές και κομμάτι του ίδιου κόσμου, αλλά καταλήγουν σε αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς η βιομηχανική Αμερική και οι οικονομικές ελίτ σαρώνουν την παλιά Άγρια Δύση.

Ο Τζέιμς Κόμπερν, σε μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της καριέρας του, ενσαρκώνει έναν Πατ Γκάρετ κουρασμένο, εσωτερικά διαλυμένο και με πλήρη επίγνωση ότι υπηρετεί πλέον δυνάμεις που δεν σέβεται. Απέναντί του, ο Κρις Κριστόφερσον υποδύεται έναν σχεδόν μυθικό Μπίλι δε Κιντ, νεανικό, ειρωνικό, ανέμελο και ταυτόχρονα καταδικασμένο από την ίδια την εποχή του. Ο Πέκινπα δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει τον κλασικό διαχωρισμό ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό». Αντίθετα, οι δύο άνδρες μοιάζουν σαν δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας: ο ένας συμβιβάζεται για να επιβιώσει, ενώ ο άλλος αρνείται να προσαρμοστεί, οδηγούμενος νομοτελειακά στον θάνατο. Η ταινία εξελίσσεται σχεδόν σαν υπαρξιακό μοιρολόι, με χαρακτήρες που περιφέρονται μέσα σε τοπία σκόνης, λάσπης και αίματος, γνωρίζοντας ότι ο κόσμος τους τελειώνει οριστικά. Παράλληλα, η ατμόσφαιρα του φιλμ παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν υπνωτιστική. Ο Πέκινπα κινηματογραφεί το Νέο Μεξικό σαν έναν τόπο φαντασματικό, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει λίγο πριν από την κατάρρευση των πάντων. Οι σκηνές βίας δεν λειτουργούν απλώς ως θεάματα δράσης, αλλά ως στιγμές πικρής αποσύνθεσης, μέσα στις οποίες η ανθρώπινη ζωή μοιάζει φθηνή και αναλώσιμη. Το βλέμμα του σκηνοθέτη είναι βαθιά απαισιόδοξο· ακόμη και οι πιο δυνατοί άνδρες αδυνατούν να αντισταθούν στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις που καταπίνουν κάθε ίχνος ελευθερίας και ατομικότητας. Αυτό ακριβώς το στοιχείο μετατρέπει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα γουέστερν: σε μια αλληγορία για το τέλος της ανεξαρτησίας, της φιλίας, της ανδρικής τιμής και, τελικά, του ίδιου του αμερικανικού μύθου.

Καθοριστικό ρόλο στην υστεροφημία του έργου έπαιξε φυσικά και η μουσική του Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος όχι μόνο συνέθεσε το σάουντρακ αλλά εμφανίστηκε και στην ταινία στον μυστηριώδη ρόλο του Άλιας. Το «Knockin’ on Heaven’s Door» δεν αποτελεί απλώς ένα τραγούδι που ακούγεται μέσα στην αφήγηση· είναι ουσιαστικά η ψυχή ολόκληρης της ταινίας. Η μελαγχολία, η αίσθηση παρακμής και η σχεδόν μεταφυσική θλίψη που αποπνέει το κομμάτι συμπυκνώνουν το συναισθηματικό φορτίο του έργου. Η συνεργασία του Ντίλαν με τον Πέκινπα δημιούργησε μία από τις πιο εμβληματικές σχέσεις μουσικής και εικόνας στην ιστορία του κινηματογράφου, ακόμη κι αν ο ίδιος ο σκηνοθέτης συγκρούστηκε αργότερα με τη χρήση ορισμένων μουσικών επιλογών στη διαδικασία του μοντάζ.

Συγκρούσεις

Πίσω όμως από την κάμερα επικρατούσε χάος, και μάλιστα εκτεταμένο. Η παραγωγή σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες συγκρούσεις ανάμεσα στον σκηνοθέτη και την Metro-Goldwyn-Mayer, με τον σκηνοθέτη να βρίσκεται διαρκώς σε αντιπαράθεση με τα στελέχη του στούντιο και κυρίως με τον Τζέιμς Όμπρεϊ. Προβλήματα στον εξοπλισμό, οικονομικές περικοπές, καθυστερήσεις, επαναληπτικά γυρίσματα, εξαντλητικά ωράρια και η ολοένα επιβαρυμένη κατάσταση του ίδιου του Πέκινπα λόγω αλκοολισμού διαμόρφωσαν ένα εκρηκτικό περιβάλλον. Το στούντιο αφαίρεσε τελικά την ταινία από τον δημιουργό της και την περιέκοψε δραστικά, κυκλοφορώντας μια εκδοχή την οποία τόσο ο ίδιος ο Πέκινπα όσο και αρκετά μέλη του καστ αποκήρυξαν σχεδόν δημόσια. Η πρώτη υποδοχή υπήρξε διχαστική έως αρνητική, με αρκετούς μεγάλους κριτικούς της εποχής να θεωρούν ότι η ταινία ήταν αργή, αποσπασματική ή ακόμη και χαοτική.

Κι όμως, οι δεκαετίες που ακολούθησαν άλλαξαν ριζικά τη θέση της ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου. Όταν το 1988 κυκλοφόρησε η εκδοχή του Πέκινπα που είχε προβληθεί δοκιμαστικά πριν από τις παρεμβάσεις του στούντιο, κοινό και κριτικοί άρχισαν να βλέπουν το έργο με εντελώς διαφορετικό μάτι. Η ταινία αναγνωρίστηκε πλέον ως ένα «κακοποιημένο αριστούργημα», ένα έργο που είχε υπονομευθεί από τις εταιρικές παρεμβάσεις και την εμπορική λογική της εποχής. Σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε μίλησαν με θαυμασμό για το φιλμ, ενώ η αποκατάσταση της φήμης του συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι και τις πρόσφατες αποκατεστημένες εκδόσεις υψηλής ανάλυσης από την Criterion Collection.

Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη προβολή του, το «Pat Garrett and Billy the Kid» (γνωστό στα καθ’ ημάς ως «Η Μεγάλη Μονομαχία») μοιάζει όχι απλώς επίκαιρο αλλά σχεδόν προφητικό. Ο Σαμ Πέκινπα κατέγραψε με σπάνια κινηματογραφική ποίηση, αλλά και με προσωπικό κόστος και πόνο ψυχής, την ήττα του ανθρώπου απέναντι στους μηχανισμούς εξουσίας και την αδυναμία διατήρησης της προσωπικής ηθικής μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Η ταινία δεν εξιδανικεύει την Άγρια Δύση, την θρηνεί. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει τόσο ισχυρή. Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα αναθεωρητικά γουέστερν που γυρίστηκαν ποτέ, ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, σκοτεινά λυρικό και συγκλονιστικά ώριμο, βαρύ και απαισιόδοξο, αλλά ταυτόχρονα παράδοξα επίκαιρο, που αποδεικνύει γιατί ο Σαμ Πέκινπα υπήρξε ένας από τους τελευταίους πραγματικά μεγάλους ποιητές του αμερικανικού κινηματογράφου.

(Ειρηναίος Μαράκης, για την Viral Greece)

About The Author

Αφήστε μια απάντηση

Share via
Copy link