
Σήμερα στον ΑΝΤ1 στις 22:45
Η απαρχή του θρύλου – ή μια ακόμα παραλλαγή του;
Στην Τρανσυλβανία του 1462, ο πρίγκιπας Βλαντ βλέπει ότι δεν μπορεί να αντισταθεί στον ισχυρό οθωμανικό στρατό που πλησιάζει. Έτσι, σε απόλυτη απελπισία, στρέφεται σε ένα αρχαίο, ανθρωποφάγο πλάσμα που κρύβεται στα σκοτεινά βάθη μιας σπηλιάς. Από εκεί, σύμφωνα με το Dracula Untold, ξεκινά ο μύθος του πιο γνωστού βαμπίρ της ποπ κουλτούρας: μέσα από μια σκοτεινή περιπέτεια εποχής, με έντονο τόνο και δράση.
Η πλοκή τοποθετείται λίγο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), εν μέσω της οθωμανικής προέλασης στα Βαλκάνια. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ ζητά από τον Βλαντ εκατό αγόρια – μεταξύ των οποίων και τον γιο του – για να ενταχθούν στους γενίτσαρους. Η άρνηση του πρίγκιπα είναι γενναία, αλλά φαίνεται μοιραία. Η μόνη διέξοδος είναι μια συμφωνία με τον διάβολο: υπερφυσική δύναμη με τίμημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί εξαρχής.

Θα συμφωνήσουμε ότι η αρχική σύλληψη έχει κάτι φρέσκο και είναι αρκετά ενδιαφέρουσα. Η ταινία επιχειρεί να δώσει στον Βλαντ τραγικές και σκοτεινές αποχρώσεις, να τον δείξει όχι σαν καθαρόαιμο κακό, αλλά σαν ένα τέρας που δημιουργήθηκε από την ανάγκη καθώς και από τη βία των αντιπάλων του. Ωστόσο, η πίεση να ακολουθήσει η ταινία περισσότερο εμπορικούς δρόμους την οδηγεί σε χιλιοειπωμένες φόρμες και αφηγήσεις: με επίπεδους χαρακτήρες και την τελική αναμέτρηση να μοιάζει σαν μια διεκπεραιωτική εργασία και μόνο. Ο σουλτάνος, για παράδειγμα, αποδίδεται περισσότερο καρικατούρα παρά σαν πραγματικός κίνδυνος με βάθος και αιτία. Ο Γκάρι Σορ, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα μεγάλου μήκους μετά από μια σειρά διαφημίσεων, διστάζει μέχρι τέλους να επιλέξει το κατάλληλο ύφος κι έτσι, κινείται μεταξύ του τρόμου και του ιστορικού δράματος. Το Dracula Untold τα αξιοποιεί όλα μαζί ενώ τα ειδικά εφέ – σμήνη νυχτερίδων, μεγαλοπρεπείς μάχες, εντυπωσιακές μεταμορφώσεις – κλέβουν συχνά την παράσταση, αφήνοντας πίσω την αφήγηση και κάθε, υποτυπώδη έστω, διάθεση για ψυχολογική εμβάθυνση.
Με τη σειρά του, ο Λουκ Έβανς ερμηνεύει τον Βλαντ με σοβαρότητα και αυτοσυγκράτηση, δίνοντας έμφαση στον ρόλο του ως προστάτη και πατριώτη, παρά στον κλασικό αισθησιακό βαμπίρ. Η απουσία έντονης ερωτικής ατμόσφαιρας και η μετατροπή του Δράκουλα σε θυσιαστικό «ήρωα» αποτελούν την πιο ξεκάθαρη απόκλιση από τον παραδοσιακό μύθο – δεν είναι όμως απαραίτητα και η πιο πειστική.
Στο τέλος, η ταινία παρά τον τίτλο που υπόσχεται κάτι καινούργιο, δεν φέρνει κάποια πραγματική αποκάλυψη. Με λίγα λόγα, οι βασικοί κανόνες του βαμπιρικού θρύλου παραμένουν ανέπαφοι, χωρίς κάποια ουσιαστική ανανέωση ή διάθεση ανατροπής. Το αποτέλεσμα είναι μια καλοφτιαγμένη, οπτικά πλούσια, αλλά αρκετά ήπια περιπέτεια: βλέπεται με ευχαρίστηση, θυμίζει B-movie υψηλής παραγωγής ανάμεσα στους 300 και το Game of Thrones, και ξεχνιέται εξίσου γρήγορα.
Το Dracula Untold είναι διασκεδαστικό, προσεγμένο οπτικά, αλλά χωρίς το απαραίτητο αφηγηματικό βάρος που διαθέτουν ακόμα και οι ταινίες της συγκεκριμένης μυθολογίας. Οπωσδήποτε, αποτελεί μια καθαρή περιπέτεια και ίσως, ένα δείγμα μιας χαμένης ευκαιρίας για κάτι μεγαλύτερο που θα έμενε στην κινηματογραφική ιστορία.



